Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοτόκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοτόκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιατί η Παναγία ονομάστηκε Μαρία;

Μ εμφανίζει τη Μαριάμ, αδελφή του προφήτου Μωϋσή, (βλέπε Έξοδ. κεφ. 15),

Α την προφήτιδα Άννα, μητέρα του Σαμουήλ (Α’ Βασιλ. κεφ. 1),

Ρ την ωραιότατη Ραχήλ (Γένεσ. κεφ. 29),

Ι την ανδρειοτάτη Ιουδήθ (βλ. σχετ. βιβλίο)

Α τη φρονιμότατη Αβιγαία (Α’ Βασιλ. κεφ. 25).

 

Ακόμα, όλα τα γράμματα της λέξεως Μαρία σημειώνουν την εξής σωτηριολογική φράση:

«Μόνη Αύτη Ρύεται Ιού Απαντας Μισοκάλου» (ΜΑΡΙΑΜ).

Άρα συνοψίζοντας:

Μ-αριάμ, για την αγνότητά της,

Ά-ννα (Θεία Χάρη), για την υπομονή της.

Ρ-αχήλ (αμνάδα), για την ομορφιά της,

Ι-ουδήθ, για την ανδρειοφροσύνη & την πίστη της,

Α-βιγαία (πηγή χαράς), για την ταπείνωση & τη σωφροσύνη της,

ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΜΑΡΙΑ ἢ ΜΑΡΙΑΜ

 

Ἡ Θεοτόκος, ἡ πρώτη μεταξὺ τῶν ἁγίων, ἦταν τὸ πρόσωπο τὸ «προκατηγγελμένον ὑπὸ τῶν προφητῶν» καὶ «ἐκλεγμένον ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν», γιὰ νὰ συνεργήσει στὸ μυστήριο τῆς Σάρκωσης τοῦ Θεοῦ-Λόγου. Ὅ, τι πολυτιμότερο εἶχε νὰ ἐπιδείξει ἡ ἀνθρωπότητα τόσους αἰῶνες ἐντοπίζεται στὸ πρόσωπο τῆς πανάμωμης Κόρης. Τὸ πανσεβέστατο καὶ χαριτωμένο ὄνομα Μαρία, ποὺ προσφυέστατα δόθηκε στὴν Ἀειπάρθενο Θεοτόκο κρύβει βαθιὰ θεολογία, ὅπως ἀναλύουν καὶ ἑρμηνεύουν στὰ συγγράματά τους οἳ Ἅγιοι Πατέρες.

1η ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Τὸ ὄνομα ΜΑΡΙΑ, παραγόμενο ἀπὸ τὸ ἐβραικὸ Αἰά (ποὺ σημαίνει Κύριος), ἑρμηνεύεται Κυρία, ἐπειδὴ ἡ Θεοτόκος κυριεύει καὶ ἐξουσιάζει ὅλα τὰ δημιουργήματα, σὰν Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

2η ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης δίνει τριπλὴ ἑρμηνεία στὸ ὄνομα. ΜΑΡΙΑ=Κυρία, φωτισμὸς καὶ θάλασσα, ποὺ δηλώνει ἀντίστοιχα τὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγαθότητα τῆς Θεοτόκου. Ἀπὸ τὸν Πατέρα ἔλαβε τὴν δύναμη, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει σὰν Μητέρα στὴ γῆ ἐκεῖνο ποὺ ἐκπληρώνει ὁ Θεὸς σὰν Πατέρας στὸν οὐρανό. Ἀπὸ τὸν Υἱὸ ἔλαβε τὴν σοφία σὰν Μητέρα Του, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ συμφιλιώνει τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τέλος, ἔλαβε τὴν ἀγαθότητα σὰν Νύμφη Του, γιὰ νὰ μεταδίδει τὰ πνευματικὰ χαρίσματα σὲ ὅλα τὰ κτίσματα.

3η ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος ἑρμηνεύει τὸ ὄνομα Μαρία σὰν πέλαγος, ἐπειδὴ στὰ λατινικὰ Maria λέγονται τὰ πελάγη. Τὸ πέλαγος καὶ ἡ θάλασσα εἶναι σύμβολα τῆς ἀγαθότητος καὶ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχε ἡ Θεοτόκος. Καὶ ὅπως ἡ θάλασσα καὶ τὸ πέλαγος περιέχει πλῆθος ὑδάτων καὶ δέχεται ὅλα τὰ ποτάμια, ἔτσι καὶ ἡ Θεοτόκος περιέχει πλῆθος χαρισμάτων καὶ δέχθηκε ὅλους τοὺς ποταμοὺς τῶν δωρεῶν, ποὺ ἔχουν Ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι. Γιὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὁ Θεὸς συνένωσε στὴν Παναγία τὶς ὀμορφιὲς ὅλων τῶν δημιουργημάτων κάνοντας τὴν Μητέρα του σύνορο μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. «Θέλοντας ὁ Θεὸς νὰ δημιουργήσει μία ἀπεικόνιση τῆς ἀπόλυτης ὀμορφιᾶς καὶ νὰ φανερώσει ξεκάθαρα στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους τὴν δύναμη τῆς τέχνης του, ἔκτισε τὴν Παναγία πανέμορφη. Ἕνωσε σ᾿ αὐτὴ τὶς ἰδιαίτερες ὀμορφιὲς ποὺ ἦταν κατανεμημένες στὰ ἄλλα δημιουργήματα καὶ τὴν κατέστησε κοινὸ στολισμὸ ὅλων τῶν ὁρατῶν καὶ ἀόρατων ὄντων. Ἢ μᾶλλον τὴν ἔκανε σὰν ἕνα μεῖγμα ὅλων τῶν θείων τελειοτήτων, ἀγγελικῶν καὶ ἀνθρωπίνων, μιὰ ἔξοχη ὀμορφιὰ ποὺ ἐξευγενίζει τοὺς δυὸ κόσμους, ποὺ ἀνυψώνεται ἀπὸ τὴν γῆ μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ ξεπερνᾷ καὶ αὐτόν... Ἡ Παναγία ὑπῆρξε τὸ σύνορο μεταξὺ τῆς κτιστῆς καὶ τῆς ἄκτιστης δημιουργίας. Μόνη ἔλαβε τὰ θεῖα δῶρα χωρὶς μέτρο... ἐκείνη εἶναι ὁ τόπος τῶν χαρίτων, ἡ πληρότητα τῆς καλοσύνης, ἡ ἔμψυχη ἀπεικόνιση κάθε ἀρετῆς...»

4η ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Τὸ καθένα ἀπὸ τὰ πέντε γράμματα τοῦ ὀνόματος ΜΑΡΙΑ παραπέμπει καὶ σὲ ἕνα γυναικεῖο πρόσωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ ὁποῖο διακρίθηκε γιὰ μία τουλάχιστον ἀρετή:

Μ ΜΑΡΙΑΜ Ἀδελφὴ τοῦ Μωυσέως Πρότυπο ἁγνότητας καὶ παρθενίας
Α ΑΒΙΓΑΙΑ (=πηγὴ χαρᾶς) Παράδειγμα ταπείνωσης καὶ σωφροσύνης
Ρ ΡΕΒΕΚΚΑ Μητέρα τοῦ Ἰακώβ Ὑπόδειγμα σεμνότητας
Ι ΙΟΥΔΗΘ Ἡρωΐδα τοῦ Ἰσραήλ Ὅπως αὐτὴ συνέτριψε τὸν Ὁλοφέρνη, ἔτσι καὶ ἡ Παναγία συνέτριψε τὴν κεφαλὴ τοῦ νοητοῦ Ὁλοφέρνη –Διαβόλου καὶ ἀναδείχθηκε προστασία φοβερὰ καὶ ἀκαταίσχυντος τῶν ἀνθρώπων
Α ΑΝΝΑ (=θεία χάρη) (Α´ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ α´) Όπως ἡ Ἄννα γέννησε τὸν Προφήτη Σαμουήλ, τὸ στήριγμα τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἔτσι καὶ ἡ Πανάχραντη Θεοτόκος γέννησε τὸν Σωτῆρα τοῦ νέου Ἰσραὴλ τῆς Χάριτος. Ἐξ ἄλλου Ἄννα σημαίνει Χάρη. Ἡ στείρωση τῆς Ἄννας δηλώνει τὴν στειρότητα τῶν ἀνθρώπινων καρδιῶν, πρὶν φανερωθεῖ ὁ Θεάνθρωπος. Αὐτὴ ἡ στειρότητα καταλύθηκε στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου, ποὺ καλλιέργησε σὲ ἄφθαστο βαθμὸ τὶς θεοειδεῖς ἀρετὲς καὶ σὰν Κεχαριτωμένη γέννησε τὸν Χριστό, ποὺ ἔλυσε τὰ δεσμὰ αὐτῆς τῆς στειρότητας.

5η ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Πάλι ἀπὸ τὰ ἀρχικὰ τοῦ ὀνόματος ΜΑΡΙΑ, προκύπτουν οἱ ἑξῆς χαρακτηρισμοὶ γιὰ τὴν Θεοτόκο.

Μ Μέλισσα σὰν ἐργατική
Α Αὐγή σὰν φαεινὸς ὄρθρος
Ρ Ῥάβδος σὰν τὸ ξερὸ ραβδὶ ποὺ βλάστησε
Ι Ἴρις σὰν τὸ οὐράνιο τόξο, μὲ τὰ ἑπτὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Α Ἄμπελος ποὺ γεώργησε τὸν βότρυν τὸν πέπειρον

6η ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Ἀπὸ τὰ γράμματα τοῦ ὀνόματος, προκύπτει ὅτι ἡ Θεοτόκος ἦταν αὐτὴ ποὺ μᾶς ἔσωσε ἀπὸ τὸ μικρόβιο τοῦ μισοκάλου διαβόλου.

Μ Μόνη
Α Αὕτη
Ρ Ῥύσεται
Ι Ἰοῦ
Α Ἅπαντας
ΜΜισοκάλου

Ζωοδόχος Πηγή

 Με το όνομα Ζωοδόχος Πηγή του Μπαλουκλί ή Παναγία η Μπαλουκλιώτισσα φέρεται ιερό χριστιανικό αγίασμα που βρίσκεται στη Κωνσταντινούπολη έξω από τη δυτική πύλη της Σηλυβρίας, όπου υπήρχαν τα λεγόμενα "παλάτια των πηγών" στα οποία οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες παραθέριζαν την Άνοιξη. Πήρε την ονομασία του από το τουρκικό όνομα Balık (= ψάρι) και περιλαμβάνει το μοναστήρι, την εκκλησία και το αγίασμα.

Για την αποκάλυψη του Αγιάσματος υπάρχουν δυο εκδοχές:
α) Η πρώτη, που εξιστορεί ο Νικηφόρος Κάλλιστος αναφέρει ότι: Ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Λέων ο Θράξ ή Λέων ο Μέγας (457 - 474 μ.Χ.), όταν ερχόταν ως απλός στρατιώτης στην Κωνσταντινούπολη, συνάντησε στη Χρυσή Πύλη έναν τυφλό που του ζήτησε νερό. Ψάχνοντας γιά νερό, μιά φωνή του υπέδειξε την πηγή. Πίνοντας ο τυφλός και ερχόμενο το λασπώδες νερό στα μάτια του θεραπεύτηκε. Όταν αργότερα έγινε Αυτοκράτορας, του είπε η προφητική φωνή, πως θα έπρεπε να χτίσει δίπλα στην πηγή μια Εκκλησία. Πράγματι ο Λέων έκτισε μια μεγαλοπρεπή εκκλησία προς τιμή της Θεοτόκου στο χώρο εκείνο, τον οποίο και ονόμασε «Πηγή». Ο Κάλλιστος περιγράφει τη μεγάλη αυτή Εκκλησία με πολλές λεπτομέρειες, αν και η περιγραφή ταιριάζει περισσότερο στό οικοδόμημα του Ιουστινιανού. Ιστορικά πάντως είναι εξακριβωμένο, ότι το 536 μ.Χ. στη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, υπό τον Πατριάρχη Μηνά 536 - 552 μ.Χ.), λαμβάνει μέρος και ο Ζήνων, ηγούμενος «του Οίκου της αγίας ενδόξου Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας εν τη Πηγή».
β) Η δεύτερη, που εξιστορεί ο ιστορικός Προκόπιος, τοποθετείται στις αρχές του 6ου αιώνα και αναφέρεται στον Ιουστινιανό. Ο Ιουστινιανός κυνηγούσε σ' ένα θαυμάσιο τοπίο με πολύ πράσινο, νερά καί δένδρα. Εκεί, σαν σε όραμα, είδε ένα μικρό παρεκκλήσι, πλήθος λαού και έναν ιερέα μπροστά σέ μιά πηγή. «Είναι η πηγή των θαυμάτων» του είπαν. Και έχτισε εκεί μοναστήρι με υλικά που περίσσεψαν από την Αγιά Σοφιά. Ο Ι. Κεδρηνός αναφέρει ότι χτίστηκε το 560 μ.Χ.

ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ Τῌ ΠΑΡΑΣΚΕΥῌ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ

 

Πάλιν ἑορτὴ καὶ πάλιν πανήγυρις. Καὶ διὰ νὰ εἰπῶ καλύτερα, μέσα εἰς τὴν ἑορτὴν ἐπεφάνη ἡμῖν καὶ ἄλλη χαρμόσυνος ἑορτή, αὐξάνουσα τοῖς πιστοῖς τὴν χαράν, καὶ πληροῦσα τὰς καρδίας αὐτῶν ἀῤῥήτου ἀγαλλιάσεως. Διότι ἐνῷ πανηγυρίζομεν ἀκόμη τὴν λαμπροφόρον καὶ κοσμοσωτήριον Ἀνάστασιν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, ἰδοὺ ἐπέλαμψεν εἰς ἡμᾶς καὶ ἄλλη πανήγυρις τῆς Ἁγνῆς καὶ Ἀχράντου Αὐτοῦ Μητρός, τῆς Κυρίας ἡμῶν καὶ Δεσποίνης, τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἡ ὁποία μὲ δίκαιον τρόπον παρακινεῖ ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ ἑορτάσωμεν πάλιν καὶ σήμερον, καὶ νὰ εὐφρανθῶμεν ἅπαντες μίαν πνευματικὴν χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν, δοξάζοντες μὲ ὕμνους καὶ δοξολογίας τὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστάντα Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ τὴν Ὑπεραγίαν αὐτοῦ Μητέρα καὶ Δέσποιναν πάσης τῆς κτίσεως, τὴν εὐεργέτιδα καὶ μεσίτριαν ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν, διὰ νὰ λάβωμεν χάριν καὶ μισθὸν παρ᾿ Αὐτῆς πνευματικόν. Ὅτι καθὼς οἱ ἀπερχόμενοι εἰς λουτρὸν καὶ λουόμενοι, ἐπανακάμπτουν καθαροὶ ἀπὸ ῥύπους σωματικούς, μὲ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ κάθε πιστὸς ὁποῦ προστρέξει εἰς τὸν ἅγιον οἶκον τῆς Κυρίας ἡμῶν, καὶ μετὰ εὐλαβείας καὶ πίστεως πίη, καὶ ῥαντισθῇ ἐκ τοῦ τιμίου αὐτῆς ἁγιάσματος, λαμπρύνεται θαυμασίως καὶ καθαρίζεται μίαν παράδοξον κάθαρσιν, ἐλευθερούμενος ἀπὸ τοὺς ψυχικοὺς μολυσμούς, καὶ ἀπαλλαττόμενος πάσης νόσου ψυχῆς τε καὶ σώματος. Διὰ τοῦτο, ὦ ἀδελφοί μου, ἂς προσδράμωμεν πάντες μετὰ πίστεως καὶ εὐλαβείας σήμερον εἰς τὸν δὲ τὸν χαριτωμένον Ναὸν τῆς Παρθενομήτορος· ἂς χαροῦμεν καὶ ἂς πανηγυρίσωμεν ὅλοι ὁμοῦ, νέοι καὶ γέροντες, καὶ ἂς εὐφρανθῶμεν πνευματικῶς κατὰ ταύτην τὴν νέαν Παρασκευήν. Ὅτι εἰς μὲν τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, τὴν Μεγάλην λέγω, προσηλωθεὶς ὁ Κύριος ἡμῶν εἰς τὸν Ζωοποιὸν Σταυρόν, καὶ διαῤῥήξας ἐν αὐτῷ τὸ χειρόγραφον ἡμῶν, ἐδωρήσατο ἡμῖν ἐλευθερίαν ἐκ τῆς δουλείας τοῦ κοσμοκράτορος· εἰς δὲ τὴν παροῦσαν νέαν Παρασκευήν, μᾶς ἠξίωσεν ὁ φιλάνθρωπος νὰ ἑορτάσωμεν, ὄχι μόνον τὰ νικητήρια ἡμῶν, διὰ τὴν νίκην δηλαδή, καὶ τὰ τρόπαια ὅπου ἔστησεν ὁ Παντοδύναμος ὑπὲρ ἡμῶν κατὰ τοῦ Ἅδου ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν, ἀλλὰ νὰ πανηγυρίσωμεν ἔτι καὶ ἄλλην θαυμαστὴν πανήγυριν, τὰ Ἐγκαίνια λέγω τοῦ πανσέπτου Ναοῦ τῆς Ἁγνῆς καὶ Παναχράντου αὐτοῦ Μητρὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ Χαριτοβρύτου· ἡ ὁποία κοντὰ εἰς τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας εὐεργεσίας ὁποὺ ἔκαμεν εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος, ὡσὰν ὁποὺ δι᾿ αὐτῆς ἐγένετο ἀπολύτρωσις, καὶ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, καὶ δι᾿ αὐτῆς σώζεται πᾶς πιστός, ἐχάρισε πρὸς τούτοις ἡμῖν καὶ τρόπον ἕτερον σωτηρίας ψυχικῶν τε παθῶν καὶ σωματικῶν ἀλγηδόνων, ὁποὺ διὰ τῆς εὐλογίας της νὰ ἁγιάζωνται ὕδατα καὶ γίνωνται ἰαματικὰ ἀσθενειῶν ἀνιάτων καὶ παθῶν χαλεπῶν. Διὰ ταύτην δὲ τὴν μεγάλην καὶ ἄῤῥητον πρὸς ἡμᾶς εὐεργεσίαν τῆς Κυρίας ἡμῶν καὶ Δεσποίνης Θεοτόκου πανηγυρίζοντες, καὶ εὐχαριστίαν ἀποδίδοντες τῇ εὐεργέτιδι ἡμῶν, τελοῦμεν ἑορτὴν κατ᾿ ἔτος. Κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπον εἶναι καὶ δίκαιον νὰ ἐγκωμιάζηται ἡ αἴτιος, καὶ πάροχος τῆς μεγάλης ταύτης ἑτοίμου τε καὶ ἀμίσθου δωρεᾶς, καὶ νὰ γίνεται ἡ πανήγυρις μὲ ἐγκώμια καὶ εὐχαριστίας. Ὅτι ἀνίσως (κατὰ τὴν Σοφίαν) καὶ καθ᾿ ἑνὸς Δικαίου μνήμη γίνεται μετ᾿ ἐγκωμίων, καὶ τοῖς δούλοις παρέχεται εὐχαριστία, διὰ τὰς κατὰ μέρος αὐτῶν εὐεργεσίας, ποῖος ἤθελε φανῇ τόσον ἀχάριστος, ὁποὺ νὰ μὴ κινηθῇ, κατὰ τὸ δυνατόν, εἰς εὐχαριστίαν, καὶ νὰ ἐπαινέσῃ, κατὰ τὴν ἐνοῦσάν του δύναμιν, τὴν πηγὴν πάσης δικαιοσύνης, τὸν θησαυρόν τε τῆς ἁγιωσύνης, καὶ τὴν βρύσιν τῶν θαυμάτων καὶ εὐεργεσιῶν, τὴν ἀειπάρθενον Μαρίαν, τὴν Βασίλισσαν πάσης κτίσεως; Ὄχι διὰ νὰ δοξάσῃ τὴν ἀληθῶς δεδοξασμένην, ἀλλὰ διὰ νὰ δοξασθῇ πᾶς ὁ ὑμνῶν Αὐτήν. Ὄχι· δὲν ἔχει χρείαν δόξης ἀπὸ ἡμᾶς αὐτὴ ὁποὺ ἔγινε κατοικητήριον τῆς δόξης τοῦ Ὑψίστου. Αὐτή, λέγω, εἰς τὴν ὁποίαν ἐλαλήθη δεδοξασμένα, κατὰ τὸν Προφητάνακτα· «Δεδοξασμένα, λέγοντα, ἐλαλήθη περὶ σοῦ ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ». Ποίαν δὲ ἄλλην ἠθέλαμεν ὀνομάσει πόλιν τοῦ Θεοῦ, ὁποὺ βαστάζει εἰς τὴν παλάμην του ὅλην τὴν κτίσιν, παρὰ μόνην αὐτήν; Ὁποὺ κατὰ ἀλήθειαν, ὑπερφυῶς καὶ ὑπερουσίως, καὶ ἀπεριγράπτως ἐχώρησε τὸν ὑπερούσιον, καὶ ἀπερίγραπτον Λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ Θεόν, ἀπὸ τὸν Ὁποίον Θεὸν καὶ ἐλαλήθησαν εἰς αὐτὴν δεδοξασμένα; Ποία ἄλλη δόξα, καὶ τιμὴ ἤθελε γένῃ εἰς αὐτὴν τὴν Θεοτόκον, ὁποὺ ἐδέχθη τὴν ἀρχαίαν ἀληθινὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ, μεγαλυτέρα ἀπὸ αὐτήν; Ταύτην λοιπὸν τὴν Ἁγνὴν Παρθενομήτορα, ὄχι γλῶσσα ἀνθρώπινος, γηΐνη καὶ πήλινος, ἀλλ᾿ οὔτε νοῦς Ἀγγελικὸς καὶ ὑπερκόσμιος δὲν δύναται νὰ τὴν εὐχαριστήσῃ πρεπόντως, ὡσὰν ὁποὺ μὲ τὸ μέσον ταύτης συγχωρεῖται εἰς ἡμᾶς νὰ βλέπωμεν καθαρῶς τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου. Τὸ λοιπόν, νὰ σιωπήσωμεν; Οὐδαμῶς. Ἀλλὰ τί; νὰ ἐξαπλώσωμεν τὸν πόδα (κατὰ τὴν παροιμίαν) εὐγάζοντές τον ἔξω ἀπὸ τὴν σκάλαν, καὶ ἀλησμονήσαντες τοὺς ὅρους μας, νὰ τολμήσωμεν ἀναιδῶς νὰ πιάσωμεν τὰ ἄψαυστα; Οὐχί· οὐδὲ γάρ τοῦτο πρέπον. Ἀλλὰ πρέπον εἶναι νὰ σμίξωμεν τὸν φόβον μὲ πόθον, καὶ οὕτως ἐκ τῶν δύο τούτων νὰ πλέξωμεν ἕνα στέφανον, ὡσὰν μίαν ἀπαρχὴν παραμικράν, καὶ νὰ τὸν προσφέρωμεν μὲ εὐλάβειαν, καὶ τρόμον χειρός, καὶ πόθον ψυχῆς εἰς τὴν Βασίλισσαν καὶ Μητέρα τοῦ τῶν ἁπάντων Βασιλέως Θεοῦ. Πρὸ πάντων δὲ εἰς ταύτην τὴν παρὰ τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου, καὶ Ὑπερενδόξου Τριάδος ἐστεφανωμένην, δὲν ἠθέλαμεν προσφέρει ἡμεῖς τιμιώτερον καὶ ἀποδετικώτερον στέφανον, οὔτε ἠθέλαμεν ἀποδώσει ἄλλην χαριεστέραν εὐχαριστίαν, παρὰ νὰ διηγώμεθα καὶ νὰ κηρύττωμεν εἰς ὅλους τὰς πρὸς ἡμᾶς μεγάλας καὶ ἀῤῥήτους εὐεργεσίας της, καὶ νὰ παρακινῶμεν μὲ τοῦτο κάθε ἄνθρωπον εἰς ἀπόλαυσιν τῆς μεγάλης της δωρεᾶς. Διότι στέφανον δόξης, καὶ ἁλουργίδα τιμῆς ἀνωτέραν πάσης τιμῆς ἔχει καὶ θεωρεῖ ἡ Πολυεύσπλαγχνος Μήτηρ τοῦ Πολυελέου Θεοῦ, τὴν σωτηρίαν ἡμῶν. Αὐτὸ ἔχει ἡ Ὑπερκόσμιος κόσμον της. Αὐτὸ νομίζει ἡ Βασίλισσα πάσης κτίσεως χλαμύδα Βασιλικήν· διὰ τοῦτο καὶ ὁ τὰ θαύματα Αὐτῆς διηγούμενος, ἀποδίδει εἰς Αὐτὴν τὴν μεγαλυτέραν τιμὴν καὶ εὐχαριστίαν. Ὡσὰν ὁποὺ μὲ τοῦτο δείχνει εἰς ὅλους αὐτὴν ὁποὺ εἶναι ἄπειρος θησαυρὸς εὐεργεσίας, καὶ ἕτοιμος ἡμῶν βοηθὸς καὶ ἀντιλήπτωρ, καὶ πρὸς Θεὸν μεσίτης ἀκαταίσχυντος· καὶ σύρνει πάντας εἰς ἀπόλαυσιν τῶν μεγάλων της δωρεῶν, καὶ τοὺς κάμνει νὰ γνωρίσουν τὴν σωτηρίαν, καὶ ἐπίσκεψιν παντὸς τοῦ γένους ἡμῶν. Ὅθεν κἀγὼ ὁ εὐτελὴς δοῦλος Αὐτῆς βουλόμενος νὰ προσφέρω εἰς Αὐτὴν μικρὰν εὐχαριστίαν, δι᾿ ὅσα πάντοτε εὐεργετοῦμαι, ἠβουλήθηκα νὰ διηγηθῷ εἰς τὴν ἀντίληψίν σας μὲ τρέμουσαν καρδίαν, καὶ μὲ πόθον ψυχῆς μέρος τῶν πρὸς ἡμᾶς εὐεργεσιῶν Αὐτῆς, ἀπὸ ὅσας βραβεύει εἰς ἡμᾶς καθ᾿ ἑκάστην διὰ τῶν παρ᾿ Αὐτῆς ἡγιασμένων ὑδάτων. Καὶ νὰ γένω ὁ ἰσχνόφωνος ἐγὼ κήρυξ τῆς μεγάλης πρὸς ἡμᾶς εὐσπλαγχνίας της, καὶ νὰ φανερώσω, ὅσον τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, πῶς δηλαδὴ πρῶτον ἐφάνη εἰς τοὺς χριστιανοὺς αὕτη ἡ χαρμόσυνος ἑορτή· καὶ πῶς ἕκαστος τῶν πιστῶν, πάθος ἔχων, καὶ προσδραμὼν εἰς τὸ ἔλεός της, εὗρε θαυμαστὴν τὴν θεραπείαν διὰ τοῦ σεπτοῦ ἁγιάσματός της. Λοιπόν, παρακαλῶ, δότε μοι καιρόν, καὶ ὀλίγην προσοχὴν διὰ τὴν ἀγάπην τῆς κατὰ ἀλήθειαν ποθούσης τὴν σωτηρίαν πάντων Ἁγνῆς Παρθενομήτορος, νὰ διηγηθῷ μὲ συντομίαν πρὸς ἡμετέραν ὠφέλειαν καὶ εἰς τιμὴν καὶ στέφανον δόξης τῆς ἀληθῶς δεδοξασμένης Κυρίας Θεοτόκου μερικὰ ἐκ τῶν Αὐτῆς θαυμάτων· καὶ θέλετε λάβει παρ᾿ Αὐτῆς, τῆς πλουσίας μισθαποδότου, πλουσίας τὰς ἀμοιβὰς τῆς προσοχῆς σας, ὠφεληθέντες κατά τε ψυχὴν καὶ σῶμα. Ἄρχομαι δὲ οὕτως.

Ὁ Βασιλεὺς Λέων ὁ μέγας, ὁ καὶ Μακέλης ἐπονομαζόμενος, ἦτο μὲν ἀπὸ γένος ἀρχοντικόν, πλὴν μὲ τὸ νὰ ἔμεινεν ὀρφανὸς ἔτι μικρός, καὶ δὲν εἶχέ τινα νὰ τὸν ἐπιμεληθῇ εἰς ἄλλο τιμιώτερον ἐπιτήδευμα, ἔγινε μακελάρης· ἀλλὰ ὄντας ἄνθρωπος χριστιανικώτατος, καὶ μὲ ἄλλας πολλὰς ἀρετὰς κεκοσμημένος, καὶ φυσικὰ συμπαθέστατος, καὶ εὔσπλαγχνος πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ κατὰ πολλὰ εὐλαβὴς καὶ φιλακόλουθος, δὲν ἔλειπε μὲν ἀπὸ τὰς Ἱερὰς Ἀκολουθίας καθ᾿ ἑκάστην, δὲν ἀμελοῦσε δὲ νὰ ἀκούῃ καὶ τὰς ἐξηγήσεις τῶν θείων Γραφῶν (καίπερ ἀγράμματος ὤν, διὰ τὴν εἰρημένην αἰτία τοῦ ὀρφανισμοῦ του) ἀλλὰ δὲν ἔμεινε παρακάτω ἀπὸ τοὺς μαθηματικούς. Ἠγάπα τὴν συναναστροφὴν τῶν μαθηματικῶν καὶ ἐναρέτων ἀνθρώπων, καὶ δίψαν μεγάλην εἶχε νὰ ἀκούῃ τὰς ἐξηγήσεις τῶν ἱερῶν Γραφῶν· καὶ ἀκούων, μεγάλως ἠγωνίζετο νὰ τελειώσῃ μὲ ἔργον τὰς ἐν αὐταῖς ἁγίας ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ. Ὅθεν καὶ ἐταπεινοῦτο ὑπὲρ πάντας, καὶ ὅ,τι ἀποκτοῦσεν, ἀφθόνως τὸ ἔδιδεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν πτωχῶν· τοὺς φυλακωμένους ἐπιμελεῖτο, τοὺς ἀσθενεῖς ἐπεσκέπτετο, τοὺς γυμνοὺς ἔνδυνε, καὶ τοὺς πεινασμένους ἔτρεφε, τυφλοὺς ἐχειραγώγει μὲ ἄκραν ταπείνωσιν, καὶ πᾶσαν ἄλλην θεοπαράδοτον ἐντολὴν προθύμως ἐτελείωνε. Διὰ τοῦτο καὶ ποτε ἀπερνῶντας ἀπὸ τὸ μέρος ὅπου εἶναι σήμερον ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ζωοδόχος Πηγή, εὗρεν ἕναν ἄνθρωπον τυφλόν, πλανώμενον ἔνθεν κακεῖθεν, τὸν ὁποῖον πιάσας ἐκ τῆς χειρὸς τὸν ἐχειραγώγει εἰς τὴν στράταν. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ὁ ἐλεεινὸς ἐκεῖνος τυφλός, ἀπὸ τὸν ἀγῶνα ὁποὺ ἔκαμε πλανώμενος, ἐδίψησε καὶ ἤρξατο νὰ λιποθυμῇ (ἦν δὲ ὁ τόπος τῷ τότε καιρῷ ἔρημος, καὶ σύνδενδρος καὶ ἄνυδρος), ὁ Λέων σπλαγχνισθείς, ἄφησε τὸν τυφλὸν ἐκεῖ εἰς τὴν στράταν, καὶ εἰσελθὼν εἰς τὸν δρυμῶνα ἠρεύνα ἐπιμελῶς μήπως καὶ εὕρῃ νερόν, νὰ παραμυθήσῃ τὸν πάσχοντα ἀπὸ τὴν δίψαν. Περιτριγυρίσας δὲ τὸ δάσος ἐκεῖνο, καὶ μὴ εὑρὼν οὐδαμοῦ, ἐγύρισε λυπούμενος, καὶ συλλογιζόμενος τί τρόπον νὰ κάμῃ νὰ θεραπεύσῃ τὴν δίψαν τοῦ τυφλοῦ. Ταῦτα λοιπὸν πάσχων καὶ ἀγωνιζόμενος, καὶ εἰς μεγάλην ἀθυμίαν ὑπὸ εὐσπλαγχνίας εὑρισκόμενος ὁ Λέων, ἤκουσε φωνὴν λέγουσαν πρὸς αὐτόν· Μὴ λυπᾶσαι, Λέων, ὅτι αὐτοῦ κοντά σου εἶναι τὸ νερόν, καὶ ἐρεύνησον νὰ τὸ εὕρῃς. Ὅθεν καὶ ἐγύρισε μὲ χαράν· καὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον περιελθὼν δὶς καὶ τρίς, καὶ μὴ εὑρὼν τὸ ποθούμενον ὕδωρ, αὖθις ἦλθεν εἰς περισσοτέραν λύπην, νομίζων τὴν ἀκουσθεῖσαν φωνὴν ἐκ τοῦ πονηροῦ. Διὸ καὶ ἐγύρισε δρομαῖος πρὸς τὸν τυφλόν, μήπως καὶ τὸν προφθάσῃ μὲ ἄλλον τρόπον. Περπατῶν δέ, πάλιν ἤκουσεν ὡσὰν γυναικός φωνὴν ὁποὺ τοῦ ἔλεγεν· Ὦ ἠγαπημένε μου Λέων, ἐπειδὴ διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου, τοῦ Ποιητοῦ καὶ Δημιουργοῦ πάσης κτίσεως ἀφήσας τὴν στράταν σου, καὶ κάμνωντας τὴν ἁγίαν ἐντολή, χειραγωγεῖς τὸν τυφλὸν καὶ μὲ μεγάλον κόπον ἀγωνίζεσαι νὰ θεραπεύσῃς τὴν δίψαν του, διὰ τοῦτο Αὐτός, ἰδού, κατὰ τὸν πόθον σου, σὲ δίδει τὸ νερὸν ὁποὺ ζητεῖς. Πήγαινε λοιπὸν εἰς τὸ δένδρον ἐκεῖνο ὅπου καθέζεται ἡ περιστερά, καὶ θέλεις εὕρει εἰς τὴν ῥίζαν του τὸ νερόν, ἀπὸ τὸ ὁποῖον παίρνωντας, πότισον τὸν τυφλόν, καὶ τοὺς ὀφθαλμούς του πλῦνον, καὶ θέλει ἀναβλέψει· καὶ ἔστω σοι εἰς σημεῖον πῶς θέλεις βασιλεύσει, μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Υἱοῦ μου, καὶ ὅτι θέλω εἶμαι μαζί σου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου. Ταῦτα ἀκούσας ὁ θαυμαστὸς Λέων, ἐξεπλάγη καὶ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ποιήσας, ἐγύρισε καὶ ἐστοχάζετο νὰ ἰδῇ τὶς τὸν ἐσυντύχαινε, καὶ ἂν ἦτο εἰς κανένα δένδρον περιστερά· καὶ ἄνθρωπον μὲν οὐδένα εἶδεν· εἶδεν ὅμως εἰς ἕνα δένδρον μίαν περιστερὰν καθημένην· ὅθεν καὶ προσδραμὼν ἐκεῖ, εὗρεν ὀλίγον νερὸν ὁποὺ ἔτρεχε· καὶ μετὰ πίστεως λαβὼν ἐξ αὐτοῦ, ἐγύρισε πρὸς τὸν τυφλὸν χαίρων· καὶ ἀφοῦ ἐπότισεν αὐτόν, κατὰ τὴν ἀκουσθεῖσαν φωνήν, καὶ ἔχρισε καὶ τοὺς ὀφθαλμούς του, εὐθὺς ἀνέβλεψεν ὁ τυφλός. Τοῦτο δὲ ἰδὼν παραδόξως τὸ τεράστιον ἐξέστη, καὶ πιστεύσας εἰς τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Παρθένου καὶ Θεοτόκου, εὐχαρίστει Αὐτὴν ὁμοῦ μὲ τὸν ἀναβλέψαντα τυφλὸν λέγων· Κυρία τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ Μήτηρ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μου Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Παντοδυνάμου, εὐχαριστῶ Σοι ὁποὺ δὲν ἐπαρεῖδες τὴν λύπην μου, ἀλλὰ καὶ τὸν πόθον μου ἐπλήρωσας, καὶ σημεῖον παράδοξον ἐποίησας διὰ τῶν ῥερυπωμένων μου χειρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ δὲν ἀπιστῶ εἰς τὴν ἐπαγγελίαν σου, ἀλλὰ πιστεύων, ὑπόσχομαι, ὅταν ἔλθῃ εἰς ἔκβασιν ἡ ἁγία σου πρόῤῥησις, ἀποδίδωντάς Σοι τὴν δυνατὴν εὐχαριστίαν, νὰ ἐγείρω Ναὸν ἐπὶ τῷ ὀνόματί Σου τῷ ἁγίῳ, εἰς τὸν τόπον τοῦτον, ὅπου εὑρέθη τὸ παρὰ Σοῦ ἁγιασθέν, καὶ ἰαματικὸν ἀποδειχθὲν ὕδωρ, εἰς αἰώνιον μνημόσυνον τῶν ἀῤῥήτων σου θαυμάτων καὶ εἰς σὴν δόξαν καὶ τιμήν. Ὅτι δεδοξασμένη ὑπάρχεις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. Ἔπειτα λαβὼν τὸν ἀναβλέψαντα, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐδιηγοῦντο τὸ θαῦμα τῆς Κυρίας Θεοτόκου, κινοῦντες πάντας τοὺς ἀκούοντας εἰς δόξαν καὶ αἶνον τῆς Παναμώμου Θεογεννητρίας. Οὕτω δὲ πολιτευόμενος ὁ καλὸς Λέων ἐτάχθη εἰς τάξιν στρατιωτικὴν (συλλογῆς δηλ. γενομένης τότε στρατιωτῶν), γενόμενος δὲ στρατιώτης, δὲν ἐμεταχειρίσθη τὴν στρατιωτικὴ ἐλευθερίαν εἰς ἀταξίαν, καθὼς τὸ ἔχουν οἱ περισσότεροι συνήθειαν, οὔτε εἰς καταδυναστείαν καὶ ἁρπαγάς, ἀλλ᾿ ὄντας ἄνθρωπος ἀνδρεῖος καὶ τὴν ὄψιν ὡραιότατος, οὔτε τὴν δύναμιν ἐμεταχειρίζετο εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ ἀλόγου θυμοῦ, οὔτε τὴν ὡραιότητα εἰς ἀτόπους ἐπιθυμίας. Ἀλλ᾿ ἦν τῇ μὲν δυνάμει βοηθῶν τοὺς ἀσθενεστέρους, καὶ κατὰ τῶν πολεμίων ἱστῶν τρόπαια ἀξιοδιήγητα· τὴν δὲ ὡραιότητα φυλάττων ἀμόλυντον, ὡς δῶρον Θεόσδοτον, ἔπασχε νὰ τὴν περισσεύῃ καὶ μὲ τὰς ἀρετάς. Διὰ τοῦτο καὶ ἠγαπᾶτο παρὰ πάντων καὶ γνωστὸς ἐγένετο εἴς τε τοὺς στρατηγούς, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλέα. Ὁ ὁποῖος προβιβάζων αὐτὸν εἰς ἀξιώματα διὰ τὴν ἀρετήν του, τῇ αἰτήσει τοῦ στρατοῦ, τὸν κάμνει καὶ στρατηγὸν παντὸς τοῦ ῥωμαϊκοῦ στρατεύματος. Εἰς ταύτην δὲ τὴν μεγάλην ἀξίαν ἐλθών, δὲν ἐμεταχειρίσθη τὸν ἐξουσίαν κακῶς, οὔτε ἄφησε τὴν πρώτην του πολιτείαν. Ἀλλ᾿ εἰς μὲν τὰ θεῖα ἐπερίσσευε τὴν εὐλάβειάν του, κοσμῶν καὶ καλλωπίζων Ναοὺς καὶ ἀφιερώνων εἰς αὐτοὺς ἱερὰ Σκεύη καὶ Ἄμφια πολύτιμα, καὶ καθ᾿ ἑκάστην ἀπερχόμενος εἰς τὰς Ἱερὰς Ἀκολουθίας, ἔδιδε τὴν πρέπουσαν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ καὶ δοτῆρι παντὸς ἀγαθοῦ. Πτωχοὺς ἠλέει, τοὺς ἀσθενεῖς ἐπεσκέπτετο, καὶ τὰς φυλακὰς περιερχόμενος ἐπεμελεῖτο τοὺς φυλακωμένους· καὶ ἄλλα τοιαῦτα θεάρεστα ἔργα μὲ προθυμίαν ἔκαμνε· πρὸ πάντων δὲ ταπεινὸς ὢν εἰς ἄκρον, ὡς εἴρηται, δὲν ἐκαταφρόνει τινά, ἀλλ᾿ εἰς πάντας ἔδιχνε θαυμασίαν κατάδεξιν. Πάντας συμπαθῶς βλέπων, πάντας περιποιούμενος καὶ πρὸς πάντας γλυκομιλῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὡς πατέρα τους τὸν εἶχον ὅλοι· καὶ τελευτήσαντος τοῦ πρὸ αὐτοῦ Βασιλέως, διὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπην παντὸς τοῦ λαοῦ, τὸν στέφουν Βασιλέα καὶ Αὐτοκράτορα Ῥωμαίων. Λοιπὸν τῆς ἐπαγγελίας τῆς Θεοτόκου λαβούσης πέρας, δὲν ὤκνευσεν ὁ καλὸς Βασιλεὺς νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς πρὸς Αὐτὴν τὴν πρέπουσαν εὐχαριστίαν, ἐκτελῶν τὴν ὑπόσχεσίν του. Ἀλλ᾿ εὐθὺς ὁποὺ ἀνέβη εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Βασιλείας, πρῶτον ἔργον ἀγαθὸν ἔκαμε τὸν Ναὸν τῆς Ζωοδόχου Χρυσοπηγῆς, καθαρίσας τὸν τόπον, ὅπου εὗρε τὸ νερὸν ἐκεῖνο τὸ ἰαματικόν, ὅταν ὡδήγει τὸν τυφλόν, καὶ Ναὸν οἰκοδομήσας κάλλιστον περὶ τὸ ὕδωρ. Περιλαβὼν δηλαδὴ τὴν πηγὴν τοῦ ὕδατος ἐν μέσω τοῦ Ναοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἔκαμε κολυμβήθραν ὑποκάτωθεν τοῦ κουμπέ· καὶ καταντικρύ, ἤτοι ἐπάνωθεν τοῦ κολύμβου εἰς τὸν κουμπέ, εἶχε τὴν Πλατυτέραν τῶν Οὐρανῶν, τὴν Κυρίαν Θεοτόκον ἱστορισμένην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐφαίνετο ἔργον θαυμάσιον καὶ διηγήσεως ἄξιον. Διότι ὅποιος ἤθελε κυττάξει εἰς τὸν κόλυμβον, ἔβλεπε ὡσὰν νὰ ἦτο μέσα εἰς αὐτὸν ἡ Θεοτόκος ἱστορισμένη. Ὁ δὲ ἀτενίζων ἄνω, ἔβλεπεν αὐτὴν ἐπάνω ἀκτινοβολοῦσαν ὑπὸ τῆς ἀκτῖνος τῶν ὑδάτων. Ἀλλ᾿ ὅμως ἐπ᾿ ἀληθείας ποιήσας αὐτὸν ὅσον ἠδύνατο περικαλλῆ, ἐκόσμησε μὲ σεπτὰς εἰκόνες, καὶ ἱερὰ Σκεύη, καὶ Ἄμφια πολύτιμα· καὶ ἄλλα δὲ ἀκίνητα εἰσοδήματα ἀφιέρωσεν εἰς κυβέρνησιν τῶν ἐν τῷ Ναῷ ὑπηρετῶν, καὶ ἱερέων καὶ κληρικῶν. Ἐζήτησε δὲ καὶ ἄνδρας εὐλαβεῖς καὶ ἀρετῇ κεκοσμημένους, καὶ ἔβαλεν εἰς αὐτὸν Ἱερεῖς, Ἱεροδιακόνους, Ἀναγνώστας, Ψάλτας καὶ Νεωκόρους, οἵτινες πολιτευόμενοι κατὰ τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὸν λαὸν διδάσκοντες, καὶ ἔργον ἔχοντες τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων, ἔπασχον καὶ ἠγωνίζοντο πρὸς αὔξησιν τῶν καλῶν. Ὅθεν καὶ ὁ καλὸς Βασιλεὺς ἔχαιρε βλέπων, καὶ δὲν ἔπαυε ν᾿ ἀφιερώνῃ καθ᾿ ἑκάστην ὅσα χρήσιμα εἰς τὴν ἐπίδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ μάλιστα Ἱερὰ Βιβλία, τὰ ὁποῖα μεταχειριζόμενοι οἱ τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι, ηὔξανον, καὶ ἐκαρποφόρουν εἰς τοὺς χριστιανοὺς τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ. Λοιπὸν διὰ δὲ τὴν πίστιν τοῦ Βασιλέως, καὶ τὴν καλὴν ἐπιμέλειαν, καὶ διὰ τὸν καλὸν ἀγῶνα τῶν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἱερῶν Ἀνδρῶν, ἐπεσκίασεν ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος διὰ τῆς Θεοτόκου, εἴς τε τὸν ναὸν καὶ εἰς τὴν πηγήν, καὶ ἤρξαντο νὰ γίνωνται θαύματα παράδοξα. Καὶ ἔβλεπεν ἐκεῖ κανεὶς πρᾶγμα ξένον· ἀσθενεῖς ὑγιαίνοντας, τυφλοὺς ἀναβλέποντας, χωλοὺς περιπατοῦντας, δαιμόνια ἐκβαλλόμενα, καὶ κάθε ἄλλο πάθος ἀνίατον εὐκόλως θεραπευόμενον, μὲ τὴν ἐνοικοῦσαν εἰς τὰ ὕδατα χάριν τῆς Θεοτόκου. Ἔτρεχον δὲ ἐκεῖ καθ᾿ ἡμέραν ἀπὸ τὰ βασιλικὰ γένη ἄνθρωποι, καὶ εὐγενεῖς ἄρχοντες, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, καὶ κάθε πιστός, καὶ τινὰς δὲν ἐγύριζε λυπημένος διὰ τὴν πίστιν του· καὶ ἦν ἐκεῖ χαρὰ καὶ πανήγυρις καθημερινή, διὰ τὸ πλῆθος τῶν προστρεχόντων ἀνθρώπων. Πολλοὶ δὲ καὶ τῶν ἀπίστων, τὰ ἄπειρα βλέποντες θαύματα, προσέτρεχον εἰς τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, καὶ βαπτιζόμενοι ἐτάττοντο εἰς τὴν τάξιν τῶν πιστῶν, πληθύνοντες τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Οἱ δὲ ἀπερχόμενοι ἐκεῖ, οἱ μὲν θεραπείας, οἱ δὲ εὐχαριστίας, καὶ ἕτεροι δοξολογίας χάριν, εὐχαρίστουν, καὶ ἐδοξολόγουν τὴν Ὑπέραγνον Θεοτόκον, ὄχι καθὼς κάμνουν τὴν σήμερον μὲ χοροὺς καὶ παιγνίδια, μὲ τραγούδια καὶ μέθαις· ἀλλὰ μὲ ἀγρυπνίας ὁλονυκτίους, μὲ ὕμνους καὶ δοξολογίας ἀκαταπαύστους, μὲ πνευματικὴν κατάνυξιν, καὶ συντόμως εἰπεῖν, μὲ ὅσα εὐχαριστεῖται ὁ Θεός. Διὰ τοῦτο, ὠς εἴπομεν, καὶ πάντες ἐτύγχανον τῆς αἰτήσεώς τους. Θαύματα λοιπὸν πολλὰ καὶ μεγάλα ἐγίνοντο, ὄχι μόνον εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Βασιλέως Λέοντος, τοῦ κτήτορος τοῦ ναοῦ Αὐτῆς τῆς Ζωηφόρου Πηγῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦτα ἐτελοῦντο ἔτι περισσότερα. Ἀπὸ τὰ ὁποῖα διά τε τὴν ἐπιθυμίαν τῶν καλῶν ἀκροατῶν, καὶ διὰ τὴν ὠφέλειαν τῶν εὐσεβῶν, θέλομεν διηγηθῇ ὀλίγα τινά, ὅσα δηλαδὴ δίδει ὁ καιρός, καὶ ὁ τρόπος· ἕνα μὲν διατὶ παρῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ ἄλλο, διὰ νὰ μὴ φαινώμεθα περιττολόγοι εἰς τοὺς πιστοὺς καὶ ὀχληροί. Διὰ τοῦτο τώρα τόσον μόνο θέλομεν εἰπῇ, ὅσον ἂν ἤθελε λάβει τινὰς ποτῆρι ὕδατος ἀπὸ ὅλην τὴν θάλασσαν, καὶ μὲ αὐτὸ ἤθελε τὴν δείξει, πρὸς πίστωσιν τῆς γεύσεως αὐτοῦ· ὅτι τόσον ἀδυνατεῖ ἀνθρώπινος γλῶσσα νὰ διηγηθῇ τὰ θαύματα τῆς Κυρίας Θεοτόκου, καὶ τὰς εὐεργεσίας της ὁποὺ ἔκαμε, καὶ κάμνει καθ᾿ ἑκάστην πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἀχαρίστους, ὅσον ἀδυνατεῖ ἀνθρώπινος δύναμις νὰ ἐκφορήσῃ, καὶ νὰ ἀδειάσῃ ὅλον τὸν ὠκεανόν. Ὅθεν κἀγώ, θαῤῥῶντας εἰς τὴν δύναμιν Αὐτῆς τῆς Ἀειπαρθένου Μητρὸς τοῦ Κυρίου μου, καὶ ἡμῶν Δεσποίνης Θεοτόκου, θέλω τολμήσει μὲ τὴν πρέπουσαν εὐλάβειαν καὶ συστολήν, νὰ διηγηθῷ πρὸς τὴν ἡμετέραν ἀγάπην μερικά, ὅσον μόνον νὰ δώσω εἰς καθέναν γεῦσιν, ὥστε νὰ καταλάβετε τὴν ἄπειρον δύναμιν τῆς Παντανάσσης Θεομήτορος. Πράττω δὲ τοῦτο εἰς στερέωσιν τῶν πιστῶν, εἰς πίστωσιν τῶν δισταζόντων, καὶ εἰς αἰσχύνην τῶν ἀπιστούντων Θεοκατηγόρων καὶ κακοτρόπων ἀνθρώπων.

Ὁ μέγας Ἰουστινιανός, ὁ εὐσεβέστατος Βασιλεὺς Ῥωμαίων, ἔπεσε ποτε εἰς πάθος δυσουρίας δεινὸν καὶ ἀνίατον, καὶ ἀπελπισθεὶς ἀπὸ τοὺς ἰατρούς, καὶ ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἀνθρωπίνην βοήθειαν, προσέδραμεν εἰς τὴν Ζωοδόχον Πηγὴν καὶ Πανάχραντον· καὶ προσπεσὼν εἰς τὴν Ἱερὰν καὶ σεβασμίαν εἰκόνα Της, ἐδέετο θερμῶς περὶ τοῦ πάθους του. Ἔπειτα ἀπελθὼν εἰς τὴν Πηγὴν τοῦ ἁγιάσματος, καὶ μετὰ πίστεως λαβὼν ὕδωρ ἐκ τοῦ ἁγιάσματος, ἔπιε, καὶ παρευθὺς (ὤ, τῶν θαυμασίων σου, Δέσποινα!) ἰατρεύθη τελείως, καὶ τόσον ἔγινεν ὑγιής, καὶ δύναμιν τοσαύτην ἀνέλαβεν, ὡσὰν νὰ μὴν εἶχε τελείως ἀσθένειαν. Ὅθεν καὶ αὐτὸς θέλωντας ν᾿ ἀποδώσῃ τὴν ευχαριστίαν τῇ Εὐεργέτιδι Θεοτόκῳ, ἐμεγάλωσε τὸν Ναόν της. Τοῦτο δὲ ποιήσας ἐφάνη ἡ Θεοτόκος αὐτῷ κατ᾿ ὄναρ, καὶ εἶπέ του· Βασιλεῦ, δὲν εἶναι δίκαιον καὶ πρέπον νὰ χαλάσῃς ἄλλου ἀνθρώπου μνημόσυνον, ἀμὴ ἐὰν θέλῃς ν᾿ ἀποδώσῃς πρὸς τὸν Υἱόν μου καὶ Κτίστην πάσης κτίσεως πρέπουσαν τὴν εὐχαριστίαν, ἔγειρε ναὸν ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, καὶ κάμε τον ὅσον δύνασαι μεγάλον, διὰ νὰ συνάζεται ἐκεῖ λαὸς πολύς· καὶ ἀφιέρωσέ τον εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, διὰ νὰ ἀκούῃ τὸ συναθροιζόμενο πλῆθος τὰ θεῖα λόγια ἀπὸ τὸν Πατριάρχην νὰ ὠφελῆται· καὶ νὰ εἶναι καὶ εἰς ἰδικόν σου ἀκατάπαυστον μνημόσυνον. Διὰ δὲ τὸν Ναὸν ὁποὺ ἐμεγάλωσες, ὄχι μόνο ὀλίγον μισθὸν θέλεις ἔχει, διὰ τὸ ἀλλότριον μημόσυνον, ἀλλὰ καὶ μετ᾿ οὐ πολὺ θέλει κατεδαφισθῇ ὑπὸ σεισμοῦ οὗτος διὰ τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐν αὐτῷ προσεδρευόντων πνευματοκαπήλων καὶ αἰσχρουργῶν ἀνθρώπων. Ὅθεν καὶ ὁ πιστότατος Βασιλεύς, εὐεπειθὴς γενόμενος εἰς τὴν προσταγὴν τῆς Θεοτόκου, ἤγειρεν ἐκεῖνον τὸν παμμεγέθη, περιβόητον καὶ περικαλλέστατον Ναὸν τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, τοῦ ὁποίου τὸ κάλλος καὶ τὸ μέγεθος κηρύττονται εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὡσὰν ὁποὺ κατὰ πολὺ αὐτὸς ὑπερβαίνει ἐκεῖνο τὸν ἐν Ἱερουσαλήμ θαυμαστὸν Ἱερόν, τὸ ὑπὸ τοῦ Σολομῶντος οἰκοδομηθέν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Βασιλεὺς Ἰουστινιανός, ἀφοῦ τὸν εἶδε τελειωμένον, καὶ εἰς τόσον κάλλος καὶ ὡραιότητα τετειχισμένον, ἐκραύγασεν ἐν ἀγαλλιάσει· «Νενίκηκά σε, Σολομών!» Ὁ Ναὸς λοιπὸν ἐκεῖνος τῆς Ζωδόχου Πηγῆς ὁπού, ὡς εἴπομεν, ἐμεγάλωσεν ὁ Ἰουστινιανός, μετὰ παρέλευσιν καιροῦ, σεισμοῦ γενομένου, κατέπεσε· διότι ἀφήσαντες οἱ ἄνθρωποι νὰ πανηγυρίζουν εἰς αὐτὸν μὲ ὕμνους καὶ δοξολογίας, ἄρχισαν (καθὼς καὶ σήμερον κάμνουν) νὰ ἑορτάζουν μὲ χοροὺς καὶ παιγνίδια, μὲ τραγούδια καὶ μέθαις, μὲ αἰσχρουργίαις καὶ ἀσελγίαις. Ὁμοίως καὶ οἱ παραμένοντες εἰς τὸν ἅγιον ἐκεῖνον Ναὸν ἀφήσαντες νὰ διδάσκουν τὸν λαὸν τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ τοὺς ἐμποδίζουν νὰ ἀπέχουν ἐκ τούτων τῶν ματαίων, ἐξεδόθησαν ὅλως δι᾿ ὅλου εἰς τὸν χρηματισμόν, συγκοινωνοῦντες ἀλλοτρίοις ἁμαρτήμασι διὰ τοῦτο καὶ ἀγανακτήσασα ἡ Θεοτόκος, οὐ μόνον ἐσήκωσε τὴν χάριν της ἐκεῖθεν πρὸς καιρόν, ἀλλὰ καὶ τὸν Ναὸν τελείως κατέσεισε καὶ κατηδάφισε. Μετὰ δὲ παρέλευσιν καιροῦ ἱκανοῦ, βασιλεύσας ὁ ἀοίδιμος Βασίλειος ὁ Μακεδὼν καὶ ἀκούσας τὰ θαύματα ὁποὺ ἐγίνοντο παρὰ τῆς Ζωοδόχου Πηγής, καὶ μαθὼν τὴν αἰτίαν τοῦ χαλασμοῦ, βουλὴν βουλεύεται ἀγαθὴν καὶ θεάρεστον, διὰ νὰ φέρῃ τὸ τοιοῦτον προσκύνημα τῶν εὐσεβῶν εἰς τὴν προτέραν πνευματικὴν κατάστασιν. Ὅθεν ἀνήγειρε τὸν Ναὸν εἰς τὸ πρῶτον μέγεθος καὶ κάλλος, κοσμήσας αὐτὸν καὶ μὲ διάφορα ἀφιερώματα, καθὼς καὶ ὁ πρῶτος κτήτωρ αὐτοῦ· καὶ ἐκλέξας ἄνδρας σοφοὺς καὶ ἐπιστήμονας, καὶ πρὸς τὰ θεῖα εὐλαβεῖς, καὶ ἀρετῶν ἐργάτας, Ἱερεῖς δηλαδή, Ἱεροδιακόνους, Ἀναγνώστας, καὶ Ψάλτας, καὶ Νεωκόρους, τοὺς ἔβαλεν εἰς αὐτόν· οἱ ὁποῖοι ὄντες δοῦλοι Θεοῦ, ἠσχολοῦντο ὅλως διόλου εἰς τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου, οὐ μόνον διὰ λόγου διδάσκοντες τὸν λαὸν τὰ ἱερὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ ἐμπράκτως δείχνοντες αὐτά, γενόμενοι τύπος καὶ καλὸν παράδειγμα εἰς ὅλους. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν ἐπέβλεψεν ἡ Θεοτόκος ἐπὶ τὸν ἅγιόν της Ναόν, καὶ εἰς τὸ ἱερόν της ἁγίασμα, καὶ ἤρξαντο νὰ τελοῦνται θαυμάσια ἄπειρα, καὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ τελοῦν καθημερινὰς πανηγύρεις καὶ ἑορτάς, μὲ ὕμνους, μὲ δοξολογίας, μὲ ὁλονυκτίους δεήσεις καὶ ἀγρυπνίας, μὲ χαρὰν ψυχῆς καὶ πνεύματος ἀγαλλίασιν, παρακινούμενοι ἀπό τε τὰς διὰ λόγου καὶ δι᾿ ἔργου διδασκαλίας τῶν ἱερῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, τῶν παραμενόντων ἐν τῷ σεβασμίω ναῷ. Οὕτω λοιπὸν ὁ βασιλεὺς Βασίλειος, εὐλαβὴς ὢν πρὸς τὰ θεῖα, ἔχαιρεν εὐφραινόμενος μὲ τὴν καλὴν κατάστασιν τοῦ μνημοσύνου του. Βλέπων δὲ τὰ ἄπειρα καὶ ὑπερφυᾶ θαύματα τῆς Παντανάσσης Θεοτόκου, ἐζήτησε μὲ τὸ μέσον τῶν ἁγίων ἐκείνων ἀνδρῶν, νὰ τοῦ χαρίσῃ ἡ Πολυεύσπλαγχνος παιδίον ἀρσενικόν· τὸ ὁποῖον τοῦ ἐδόθη διὰ τὴν πίστιν του· καὶ γεννήσας ἄῤῥεν, τὸ ὠνόμασε Λέοντα, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πρώτου κτήτορος τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Λέγω, δηλαδή, ἐγέννησε τὸν Σοφὸν Λέοντα, τὸν ποιητὴν τῶν Ἑωθινῶν, ὁ ὁποῖος ἀναλαβὼν τὴν βασιλείαν, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός του, ἔδειξε μεγάλην εὐλάβειαν εἰς τὴν Ζωοδόχον Πηγήν· διὰ τοῦτο καὶ τὰ θαύματα ἐπερίσσευσαν εἰς τὸν καιρόν του. Δαιμόνια ἐξαβάλλοντο, νόσοι ἐδιώκοντο, τυφλοὶ ἀνέβλεπον, χωλοὶ περιεπάτουν, πτωχοὶ εὐηγγελίζοντο καὶ ἄλλα μυρία ἐγίνοντο καθ᾿ ἑκάστην· ἕκαστος δηλαδὴ τῶν εὐσεβῶν ἐλάμβανε τὴν χάριν κατὰ τὴν πίστιν του· καὶ ἡ πρώτη γυνὴ τούτου τοῦ σοφοῦ Λέοντος, ἡ ἁγία, λέγω, Θεοφανώ, πεσοῦσα εἰς ἀσθένειαν πυρετοῦ λαύρου, εὐθὺς ὁποὺ ἔπιε μὲ τὴν καλὴν της πίστιν ἀπὸ τὸ ἰαματικὸν ἐκεῖνο ἁγίασμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἠλευθερώθη τῆς δεινῆς ἀσθενείας καὶ τελείως ὑγίανεν. Ἀλλὰ δὴ καὶ αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς Λέων, περιπεσὼν εἰς τὴν ἀφόρητον νόσον τῆς λιθιάσεως, ἤτοι τοῦ φιάγγου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἰς κίνδυνον ἦλθε μεγάλον, ὁποὺ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰατροὺς ἀπελπίσθη, καὶ εἰς θάνατον ἀπεφασίσθη, κατὰ τὴν Διακαινήσιμον ἑβδομάδα. Τότε λοιπὸν ἡ Θεοσεβεστάτη Βασίλισσα τὴν παρὰ τῶν ἰατρῶν ἀκούσασα ἀπόφασιν, καὶ τὸν καλόν της σύζυγον καὶ Βασιλέα βλέπουσα τὰ λίσθια πνέοντα, πιστεύουσα δὲ ὅτι τὰ παρὰ τοῖς ἀνθρώποις ἀδύνατα, νὰ εἶναι δυνατὰ παρὰ τῇ Μητρὶ τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ, προσέπεσεν εἰς τὴν ἄχραντον Εἰκόνα της, καὶ μετὰ δακρύων καὶ σταγμῶν καρδίας ἐπεκαλεῖτο τὴν Βασίλισσαν πάσης κτίσεως, νὰ χαρίσῃ τὴν ζωὴν τοῦ ἐπιγείου Βασιλέως· καὶ ταῦτα μὲν ἡ καλὴ σύζυγος καὶ Βασίλισσα. Ἡ δὲ φιλεύσπλαγχνος Μήτηρ τοῦ Φιλανθρώπου Θεοῦ, δυσωπηθεῖσα ἀπὸ τὰ ἄμετρα δάκρυα καὶ τὴν θερμὴν δέησιν τῆς Βασιλίσσης, πέμπει τὴν ἴασιν παρ᾿ ἐλπίδα· καὶ ἐκεῖ ὁποὺ προσηύχετο ἡ Θεοφανώ, ἤκουσε φωνὴν λέγουσα· «Μὴ λυπῆσαι, Θεοφανώ, διὰ τὴν ἀσθένειαν τοῦ Βασιλέως καὶ συζύγου σου, καὶ σήμερον ἔρχεται τὸ ἰατρικόν του βότανον». Ὅθεν περιχαρὴς γενομένη, καὶ πιστεύσασα ἔδραμε πρὸς τὸν ἀσθενῆ, καὶ εὑρίσκει τοὺς ἰατροὺς ὁποὺ ἐσυμβουλεύοντο νὰ τὸν σχίσουν, ὡσὰν ὁποὺ εἶδον πῶς πλέον δὲν ἔμεινεν ἄλλο, παρὰ αὐτὴ ἡ ἐπικίνδυνος θεραπεία. Ταῦτα δὲ ἀκούσασα ἡ Βασίλισσα, τοὺς ἐμπόδισε λέγουσα· Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν, καὶ ἰδοὺ στέλνει ἡ Κυρία μου Θεοτόκος ἄλλο θαυμαστὸν ἰατρικόν, καὶ θέλει τὸν ἰατρεύσει· καὶ μετ᾿ ὀλίγον ἐκεῖ ὁποὺ ἐπρόσμεναν τὸν θάνατον τοῦ Βασιλέως, φθάνει ἡ Νεωκόρος τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, Ἀγάθη ὀνομαζομένη, βαστάζουσα κεράμιον γεμᾶτον ἀπὸ τὸ ἁγίασμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, καὶ λέγει πρὸς τὴν Βασίλισσαν· Σήμερον ἐκεῖ ὁποὺ ἐσκούπιζα τὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου, ἤκουσα φωνὴν ἀοράτως λέγουσάν μοι· Ἀγάθη, λάβε εἰς ἀγγεῖον ὕδωρ ἀπὸ τὴν Πηγὴν μου, καὶ δράμε ταχέως πρὸς τὸν Βασιλέα Λέοντα ὁποὺ κινδυνεύει εἰς θάνατον, καὶ δός του νὰ πίῃ καὶ θέλει ἰατρευθῇ· ὅτι βοᾷ πρὸς μὲ μετὰ δακρύων πολλῶν ἡ ἀγαπημένη μου Θεοφανώ. Ταῦτα ἀκούσασα ἡ Βασίλισσα, καὶ πιστεύσασα ἔλαβε τὸ ἁγίασμα μετὰ χαρᾶς καὶ ποτίσασα τὸν Βασιλέα, εὐθὺς (ὢ τῶν ὑπερφυῶν σου Θαυμάτων Παντάνασσα!) ἐθεραπεύθη, καὶ τῆς κλίνης ἠγέρθη ὅλος ὑγιής, μὴ ἔχων οὐδὲν λείψανον τῆς ἀσθενείας ἐκείνης τῆς ἀνιάτου. Τοῦτο πάντας ἐξέπληξε, καὶ πάντας εἰς ὑμνωδίαν καὶ εἰς εὐχαριστίαν τῆς κοινῆς Εὐεργέτιδος παρεκίνησε. Τότε δὲ τῇ προστάξει τοῦ Βασιλέως, ἐτελέσθη ἑορτὴ χαρμόσυνος κατὰ τὴν Παρασκευὴν τῆς Διακαινησίμου, καθ᾿ ἣν ἐγένοντο καὶ τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τούτου· καὶ ἔκτοτε ἐπεκράτησε νὰ τελῆται ἡ ἑορτὴ αὕτη κατὰ τὴν Διακαινήσιμον Παρασκευήν, μὲ μόνην ἴσως τὴν Ἀναστάσιμον ἀκολουθίαν. Ὕστερον, δὲ ὡς φαίνεται, κελεύσει Συνοδικῇ, προσετέθη καὶ ἡ ἀκολουθία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ποιηθεῖσα παρὰ τοῦ Νικηφόρου Καλλίστου τοῦ Ξανθοπούλου.

Μετὰ δὲ τὸν θάνατον τῆς ἁγίας Θεοφανοῦς, ἀτέκνου ἀποθανούσης, ἔλαβεν ὁ Βασιλεὺς ἄλλην γυναῖκα νόμιμον, Ζωὴν ὀνομαζομένην. Μὴ τεκνογονῶν δὲ καὶ μὲ αὐτήν, ἐφάνη καλὸν νὰ προσπέσουν ἀμφότεροι εἰς τὴν βοήθειαν τῆς ταχείας ἀντιλήψεως τῆς Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας· καὶ δή, ἀπελθόντες εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, καὶ λειτουργηθέντες, καὶ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων μεταλαβόντες, καὶ φιλοτιμίαν καὶ δωρεὰν μεγάλην ποιήσαντες εἰς τὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου καὶ εἰς τοὺς παρευρεθέντες ἐκεῖσε πτωχοὺς καὶ ἀσθενεῖς, ἔπιον καὶ ἐκ τοῦ σεπτοῦ ἁγιάσματος, καὶ οὕτως ἐπέστρεψαν εἰς τὰ βασίλεια· καὶ ἐκεῖ δὲ ἔκαμαν ἡμέρας τεσσαράκοντα νηστεύοντες καὶ προσευχόμενοι, παρακαλοῦντες τὴν Θεοτόκον νὰ τοὺς χαρίσῃ τέκνον, καὶ τῆς Βασιλείας διάδοχον. Ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν Θεός, βλέπων τὴν πίστιν καὶ τὴν ταπείνωσίν τους, καὶ ἐπικαμφθεὶς εἰς τὴν μεσιτείαν τῆς Παναχράντου ἁγίας Αὐτοῦ Μητρός, ἐπλήρωσε τὴν καλήν τους αἴτησιν, καὶ συλλαβοῦσα ἡ Ζωή, ἔτεκε Κωνσταντῖνον τὸν Πορφυρογέννητον, τὸν καὶ ποιητὴν τῶν Ἀναστασίμων Ἐξαποστειλαρίων. Ὁ ὁποῖος βασιλεύσας μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Πατρός του Λέοντος, εὐσεβὴς ὢν καὶ εὐλαβής, ἐπεμελεῖτο πάντας τοὺς Ἱεροὺς Ναούς, καὶ μάλιστα τοῦτον τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὡς προγονικόν του μνημόσυνον. Εἰς τούτου τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου τὸν καιρόν, ἐπερίσσευσαν τὰ θαύματα τῆς Παναχράντου Ζωοδόχου Πηγῆς, καὶ ἐθεραπεύοντο καθ᾿ ἑκάστην διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγιάσματος πάθη ἀνίατα· καρκῖνοι δηλαδή, φύστολοι, ὑδρωπικοί, ἐκτικίαι, αἱμόῤῥοιαι, γάγραιναι, καὶ ἄλλα τοιαῦτα, καὶ χείρονα τούτων πάθη· καὶ ἔβλεπε κανεὶς τότε νὰ τελῆται ἐκεῖ καθ᾿ ἡμέραν πανήγυρις, καὶ ἀνθρώπους διαφόρους παντὸς ἀξιώματος θεραπευομένους· Βασιλοπούλαις, Ἄρχοντας, Ἀρχόντισσας, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Μοναχούς, καὶ ἐν γένει κάθε ἄλλος ἄνθρωπος ἀσθενής, ὁποὺ ἤθελε προσέλθῃ εἰς τὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου καὶ ἤθελε πίει μετὰ πίστεως ἀπὸ τὸ ἁγίασμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, δὲν ἐγύριζε λυπημένος· ἀλλ᾿ ἔχων μισθὸν τῆς εὐλαβείας καὶ πίστεώς του τὴν θεραπείαν τῆς ἀσθενείας του, ἐπανέκαμπτε χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος.

Πλούσιος δέ τις Θεσσαλονικεύς, πολλὰ εὐλαβὴς καὶ Θεοφοβούμενος, νοσήσας νόσον τινὰ ἀνίατον καὶ ὑπὸ τῶν ἰατρῶν ἀπελπισθείς, ἀκούων δὲ περὶ τῶν ἀπείρων θαυμάτων τῆς Ζωηῤῥύτου Θείας Πηγῆς, ἐπεθύμησε νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ πιστεύων, πῶς θέλει τύχει καὶ αὐτὸς τῆς θεραπείας του· καὶ λοιπὸν ἐμβὰς εἰς πλοῖον, ἔπλεε πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἀλλ᾿ οὖν καθ᾿ ὁδὸν (ἴσως καὶ νὰ ἦτο Θεοῦ οἰκονομία, πρὸς πίστωσιν τῶν ἀπίστων) πολὺ ἐβάρυνε καὶ εἰς θάνατον ἤγγισε. Βλέπων δὲ ὁ πιστὸς καὶ καλὸς Χριστιανὸς πὼς θέλει ἀποθάνει, καὶ δὲν θέλει ἀξιωθῇ νὰ προσκυνήσῃ εἰς τὸν πάνσεπτον Ναὸν τῆς Θεοτόκου, οὔτε θέλει πίει ἐκ τοῦ ἁγιάσματος τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἐπροσκάλεσε τοὺς συγγενεῖς του ὁμοῦ καὶ τὸν καραβοκύρην, καὶ τοὺς ὥρκισεν εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὴν Θεοτόκον, ἐὰν ἀποθάνη, νὰ μὴν τὸν ῥίψουν εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ νὰ τὸν φυλάξουν, καὶ νὰ τὸν ὑπάγουν νεκρὸν εἰς τὴν Ζωηφόρον Πηγήν· καὶ τοὺς ἔλεγεν· Ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος διὰ τὰς πολλάς μου ἁμαρτίας νὰ πίω ζωντανὸς ἐκ τοῦ ἰαματικοῦ ἐκείνου ἁγιάσματος, οὔτε νὰ προσκυνήσω τὴν Κυρίαν μου Θεοτόκου εἰς τὸν χαριτωμένον Ναόν Της, κἂν ἂς ὑπάγω νεκρός· καὶ ἀφοῦ μὲ θάψητε ἐκεῖ πλησίον εἰς τὸν Ἅγιον Ναόν, νὰ λάβετε τρεῖς κάδους ἀπὸ τὸ ἁγίασμα ἐκεῖνο τὸ ζωήῤῥυτον, καὶ νὰ τὸ χύσητε ἐπάνω εἰς τὸ νεκρόν μου σῶμα, καὶ οὕτως νὰ μὲ ἐνταφιάσητε. Ὑπεσχέθησαν λοιπὸν οὕτω νὰ κάμουν· καὶ ἀφοῦ ἀπέθανε, τὸν ἐπῆγαν ἐκεῖ, καὶ θέλοντες νὰ τὸν θάψουν, ἐπῆραν κατὰ τὴν παραγγελίαν του τρεῖς κάδους ἀπὸ τὸ ἁγίασμα, καὶ περιχύσαντές τον, ἀνέστη (ὤ, θαύματος παραδόξου!) ὡς ἐξ ὕπνου ὁ ἤδη νεκρὸς τετραήμερος. Εἰς τὸ τοιοῦτον θεῖον θαῦμα ἐθαύμασαν ἅπαντες, ἐξέστησαν οἱ ναῦται, οἱ ἰδόντες αὐτὸν νεκρὸν τεσσάρων ἡμερῶν, καὶ εἰς δόξαν καὶ εὐχαριστίαν ἐτράπησαν. Ὁ δὲ νεκρέγερτος ἀποδίδοντας τὴν εὐχαριστίαν τῇ Θεομήτορι, διένειμε πτωχοῖς πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ καὶ κουρευθεὶς Μοναχός, ἔμεινεν ἐκεῖσε, ὑπηρετῶν εἰς τὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του. Ἐπιζήσας δὲ μετὰ τὴν ἀναβίωσίν του χρόνους εἴκοσιν, ἀνεπαύσατο ἐν Κυρίῳ, πολιτευθεὶς θεαρέστως καὶ κοσμήσας τὸν ἑαυτόν του μὲ παντοίας ἀρετάς.

Στέφανος δὲ ὁ Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης, ὁ υἱὸς Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος, καὶ ἀδελφὸς Λέοντος τοῦ σοφοῦ, ἐκτικιάσας καὶ μὴ δυνάμενος εὑρεῖν θεραπείαν, διὰ τὸ ἀνίατον τοῦ πάθους, προσέδραμεν εἰς τὴν πάντων εὐεργέτιδα Δέσποιναν Θεοτόκον, καὶ ἀπελθὼν εἰς τὸν Ἅγιον Ναόν της, καὶ δεηθεὶς μετὰ πίστεως καὶ θερμῶν δακρύων, καὶ ἐκ τοῦ ἁγιάσματος πίνων, ἰατρεύθη. Ἀλλὰ καὶ ὁ τῶν Ἱεροσολύμων Πατριάρχης, Ἰωάννης καλούμενος, ἔκ τινος ἀσθενείας, τὴν ἀκοὴν ἀπολέσας, καθὼς μετὰ πίστεως ἔπιεν, καὶ τὰ αὐτία του ἐῤῥάντισε μὲ τὸ ἰαματικὸν ἐκεῖνο ἁγίασμα, εὐθὺς ἰατρεύθη. Ὁμοίως καὶ ὁ Πατρίκιος Ταράσιος, καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ Μαγίστρισσα, καθ᾿ ὑπερβολὴν φιλάργυροι ὄντες καὶ ἀνελεήμονες, καὶ διὰ τοῦτο, Θεοῦ παραχωρήσει, πεσόντες εἰς πυρετὸν ἄμετρον καὶ δεινόν, καὶ τῇ Ζωοδόχῳ Πηγῇ προσδραμόντες, καὶ τὴν δαιμονικὴν φιλαργυρίαν, καὶ τὴν τυραννικὴν ἀσπλαγχνίαν μὲ ὑπόσχεσιν ἀφέντες, καὶ ἐλεήμονες καὶ συμπαθεῖς γενόμενοι, καὶ ἐκ τοῦ θαυματουργοῦ ἁγιάσματος πιόντες ἐθεραπεύθησαν. Καί τινος ἄρχοντος υἱός, Στυλιανοῦ ὀνομαζομένου, περιπεσὼν εἰς τὸ δυσίατον πάθος τῆς δυσουρίας, καὶ ἐξ ἀνθρωπίνης βοήθείας, καὶ ἰατρῶν θεραπείας ἀπελπισθείς, προσέδραμε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἑτοίμην καὶ ἄμισθον βοηθόν, καὶ εὐλαβῶς τε, καὶ μετὰ πίστεως ἐκ τοῦ ἁγιάσματος πιών, ἰατρεύθη.

Γυνὴ δέ τις, Σχίζαινα ὀνομαζομένη, δυσεντερίαν ἔχουσα, καὶ οὐδεμίαν θεραπείαν ἐξ ἀνθρώπου εὑροῦσα, προσέφυγε τῇ Θεοτόκῳ, καὶ ἐκ τοῦ ἁγιάσματος θερμῇ τῇ πίστει πιοῦσα, ἔλαβεν εὐθύς τὴν ὑγείαν της. Ὁ δὲ Βασιλεὺς Ῥωμανός, δεινῶς ἐμφραχθείς, καὶ μὴ ἔχων πλέον τί ποιῆσαι, προσέδραμεν εἰς τὴν Δέσποιναν πάσης τῆς κτίσεως, τὴν ἀληθινὴν ἰατρόν, καὶ ἐκ τοῦ ἁγιάσματος ἐκείνου τοῦ ὄντως ἰατρικοῦ πιών, εὐθέως ἠλευθερώθη τοῦ πάθους, τῶν πόρων ἀνοιχθέντων· καὶ ἄλλοτε πάλιν ὁ αὐτὸς κίνησιν ἔχων, καὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἁγιάσματος πιών, ἰατρεύθη. Ὁμοίως καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως Ῥωμανοῦ, ἐθεραπεύθη διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἁγιάσματος, ἀπὸ τὸ πάθος τῆς δυσεντερίας. Ἀλλὰ καί τις Ἀρχόντισσα ὁποὺ εἶχε τὴν καταλαλιάν, καὶ τὰ ἀλλότρια ἐρευνοῦσε σφάλματα, τὰ δὲ ἰδικά της σφάλματα παραβλέπουσα, τῇ προνοίᾳ τῆς διψώσης τὴν σωτηρίαν τῶν ἁμαρτωλῶν Θεοτόκου, περιέπεσεν εἰς δεινὴν ἀσθένειαν· καὶ οὔτε ὑπὸ ἰατρῶν, οὔτε ἄλλοθεν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τινά παρηγορίαν τοῦ δεινοῦ πάθους της, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ χεῖρον ἤρχετο. Ὀδυνωμένη δέ ποτε, καὶ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον παρακαλοῦσα, ἐχρηματίσθη, ὅτι ἐὰν ἀφήσῃ τὴν κατηγορίαν καὶ καταλαλιάν, καὶ ἀπελθοῦσα εἰς τὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου πίῃ ἐκ τοῦ ἁγιάσματος, θέλει ἰατρευθῇ. Καὶ λοιπὸν ἐξομολογηθεῖσα, καὶ ὑποσχεθεῖσα νὰ παύσῃ τὸ σατανικὸν ἐκεῖνο ἐλάττωμα, ἀπῆλθεν εἰς τὸν ἄχραντον Ναὸν τῆς Θεομήτορος, καὶ ἐκ τοῦ ἁγιάσματος μετὰ πίστεως πιοῦσα, ἰατρεύθη ἀπὸ τε τοῦ ψυχικοῦ καὶ σωματικοῦ νοσήματος. Ἀλλ᾿ ὡς εἴπομεν, ἐὰν κανεὶς ἤθελεν ἐπιχειρισθῇ νὰ ἀπαριθμήσῃ ἅπαντα τὰ τῆς Ζωηφόρου Πηγῆς παράδοξα θαύματα, καὶ τὰς μεγάλας τερατουργίας καὶ τὰς ἄλλας εὐεργεσίας της, δὲν ἤθελε τοῦ φθάσῃ ὅλη του ἡ ζωή, καὶ ἀνίσως ἤθελε γένῃ μακροβιώτερος καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν Μαθουσάλαν, ἀκόμη δὲν ἤθελε τὸ κατορθώσῃ· ἐπειδὴ καὶ ὑπερέχουν πάντα ἀριθμόν. Ὅθεν εἰς κατάληψιν τῆς ἀῤῥήτου πρὸς ἡμᾶς εὐσπλαγχνίας τῆς πολυελέου Παρθενομήτορος, ἤθελαν φανῇ καὶ τὰ εἰρημένα ἀρκετὰ εἰς τοὺς πιστοὺς καὶ εὐπειθεῖς. Ὅμως διὰ τοὺς πολλὰ περιέργους καὶ φιλακροάμονας νὰ εἰποῦμεν ἀκόμη μερικὰ ἐκ τῶν ἀῤῥήτων θαυμάτων τῆς χαριτοβρύτου Χρυσοπηγῆς, εἰς αἶνον καὶ δόξαν τῆς Θεοτόκου.

Λέγεται, καὶ παρὰ πολλῶν ἱστορικῶν γράφεται ὅτι, κατὰ τὸν καιρὸν ὁποὺ ἔμελλε νὰ πέσῃ ὁ Ναὸς ταύτης τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς ἀπὸ τὸν σεισμόν, ὡς εἴπομεν, ἔτυχε νὰ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ἀνθρώπους, ὅτε ἐφάνη ἐκεῖ ἡ πολυεύσπλαγχνος καὶ φιλανθρωποτάτη Δέσποινα καὶ Θεοτόκος Μαρία ὁποὺ ἐβάσταζε μὲ τὰ δύο της χέρια τὴν ὀροφὴν τῆς ἐκκλησίας, ἕως ὁποὺ εὐγῆκαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καὶ οὕτως ἄφησε τὸν Ναὸν καὶ ἔπεσε. Δείξασα μὲ τοῦτο, ὅτι καὶ ἐὰν ἐμίσει τὰ κακὰ καὶ τὰς φοβερὰς ἀτοπίας ὁποὺ ἐγίνοντο ἐκεῖ, καθὼς προείπαμεν, καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἶναι ὁ ναός Της ἐργαστήριον κακίας, ὅμως εἶναι φιλάνθρωπος, καὶ διψᾷ τὴν μετάνοιαν τῶν ἁμαρτωλῶν, ὡς Μήτηρ τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, τοῦ μὴ θέλοντος τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ τὴν ἐπιστροφὴν πάντων ἀναμένοντος. Διὰ τοῦτο λοιπὸν τὸν μὲν Ναὸν ἄφησε νὰ πέσῃ, τοὺς δὲ ἐν αὐτῷ ὄντας ἀνθρώπους ἠλευθέρωσε μὲ θαῦμα παράδοξον, δίδουσα αὐτοῖς αἰτίαν καὶ καιρὸν μετανοίας.

Καί τις δε Μοναχὸς Πέπυρις ὀνομαζόμενος μετὰ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ γαστρίμαργοι ὄντες, καὶ εἰς τὰ ἡδέα φαγητὰ δεδομένοι, καὶ μὴ πολιτευόμενοι ὡσὰν Μοναχοί, παραχωρήσει τοῦ τὰ πάντα πρὸς τὸ συμφέρον ἡμῶν οἰκονομοῦντος Θεοῦ, ἔπεσαν εἰς ἀσθένειαν χαλεπήν. Ὅθεν εἰς αἴσθησιν ἐλθόντες, προσέπεσον τῇ Παντανάσσῃ Θεοτόκω, καὶ ἤκουσαν ὅτι, ἐὰν ἐξομολογηθῶσι, καὶ σωφρονήσωσι τὴν ἀκόρεστόν τους γαστέρα, καὶ τὰ ἡδέα φαγητὰ ἀφήσαντες, ζῶσιν ὡσὰν Μοναχοὶ μὲ μόνον ψωμὶ καὶ νερό, ὄχι μόνον θέλουν ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ δεινὸν πάθος, ἀλλὰ θέλουν κληρονομήσει καὶ τὴν οὐράνιον Βασιλείαν· καὶ ἐὰν ταῦτα, ἔλεγεν ὑπόσχεσθε, καὶ τὴν ψυχικὴν καὶ σωματικὴν ὀρέγεσθε θεραπείαν, ὑπάγετε εἰς τὸν Ναόν Μου, καὶ πίετε ἐκ τοῦ ἁγιάσματος τῆς Πηγῆς μου, καὶ θέλετε θεραπευθῇ. Ταῦτα δὲ ἀκούσαντες ἀπῆλθον, καὶ ἔπιον ἐκ τοῦ ἰαματικοῦ ἁγιάσματος, καὶ παραδόξως θεραπευθέντες, ἐπέρασαν τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς των θεαρέστως πολιτευόμενοι, κατὰ τὴν τάξιν τῶν Μοναχῶν, καὶ τρεφόμενοι μόνον μὲ ἄρτον καὶ ὕδωρ.

Καὶ ἕτεροι δὲ δύο Μοναχοὶ Ματθαῖος καὶ Μελέτιος, ἀδελφοὶ κατὰ σάρκα, ἀφήσαντες ποτὲ τὴν ἀκολουθίαν τους, ἔπεσαν εἰς πειρασμὸν ἀσθενείας, καὶ γνωρίζοντες τὸ ἰδικόν των σφάλμα προσέπεσον εἰς τὸ ἔλεος τῆς Θεοτόκου· καὶ ὑποσχεθέντες πλέον νὰ μὴ ἀμελήσουν τὴν Ἀκολουθίαν τους, καὶ ἐκ τοῦ σεπτοῦ ἁγιάσματος πιόντες, ἐλευθερώθησαν ἀπὸ τὴν ἀσθένειὰν τους. Ὅθεν σωφρονισθένττες, ἔμαθον νὰ μὴ ἀφίνουν ποτὲ τὸν κανόνα τους. Οὕτω δε εἰς τὸ ἑξῆς φοβούμενοι τὴν τοῦ Θεοῦ παίδευσιν ἐπέρασαν θεαρέστως, εὐχαριστοῦντες τὴν θεραπεύσασαν αὐτοὺς Δέσποιναν Θεοτόκον, καὶ παρακαλοῦντες αὐτήν, νὰ τοὺς φυλάττῃ ἀπὸ παντὸς πειρασμοῦ. Οἵτινες ἐτελειώθησαν μὲ χρηστὰς ἐλπίδας.

Στέφανος δέ τις ὑποδιάκονος, ἔκαμε πόνον ὑποκάτω ἀπὸ τὴν μέσην του, εἰς τὸ ὀστοῦν τὸ ὀνομαζόμενον ἰσχίον, δεινὸν καὶ ἀνίατον· καὶ ὀδυνώμενος, προσέδραμεν εἰς τὴν ἕτοιμον βοήθειαν, καὶ πιὼν ἐκ τοῦ ἁγιάσματος τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς μὲ πίστιν ἀῤῥαγῆ καὶ τὸν πόνον ῥαντίσας, εὐθὺς ἰατρεύθη.

Καὶ στρατιωτικός τις ἐκ τῆς τάξεως τῶν Βαράγγων, Ἰωάννης ὀνομαζόμενος, ἔχων ὑδρώπικα, καὶ ἤδη τῷ θανάτω ἐγγίσας, προσέδραμεν εἰς τὸ ἔλεος τῆς πανευσπλάγχνου Θεομήτορος, καὶ μετὰ δακρύων δεηθείς, καὶ μετὰ πίστεως πιὼν ἀπὸ τοῦ ἁγιάσματος, παραδόξως ἐθεραπεύθη, καὶ ὑγιὴς ἐπανέκαμψεν εἰς τὰ ἴδια, κηρύττων τὸ πρὸς αὐτὸν ἔλεος τῆς Θεοτόκου.

Ἀλλὰ καὶ ἄλλος τις καρκῖνον ἔχων καὶ ἕτερος γάγγραιναν, καὶ ἄλλας πληγὰς εἰς ὅλον τὸ σῶμα ἀνιάτους, καὶ ἕτερος λωβιαμένος καὶ μύριοι ἄλλοι ἔχοντες διαφόρους ἀσθενείας κατὰ καιροὺς ἐθεραπεύθησαν, τῇ διὰ τοῦ ἁγιάσματος χάριτι τῆς Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου· καὶ ὄχι τότε μόνον, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς σήμερον βλέπομεν σημεῖα πάμπολλα γινόμενα εἰς τοὺς πιστοὺς ἀπὸ τὴν θείαν ἐνέργειαν τοῦ σεπτοῦ ἁγιάσματος· δαιμόνια δηλαδὴ καθ᾿ ἑκάστην ἀπὸ ἀνθρώπους διωκόμενα, πυρετοὺς λαύρους θεραπευομένους, καὶ πᾶσαν ἄλλην ἄῤῥωστίαν ψυχικὴν καὶ σωματικὴν διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς μετανοίας τελείως ἐξαφανιζόμενα.

Γνωρίζω καλῶς, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, πὼς φαίνομαι εἰς πολλοὺς βαρετὸς διὰ τὴν πολυλογίαν, οἵτινες ἴσως μὲ μέμφονται, διατὶ ὑπεσχέθηκα νὰ εἰπῷ ὀλίγα, καὶ τώρα φαίνομαι νὰ ὑπερέβηκα τοὺς ὅρους. Ὅθεν παρακαλῶ νὰ ἔχω συγγνώμην, ὅτι οὔτε ἀπὸ τὴν ὑπόσχεσίν μου εὐγῆκα, οὔτε ὑπὲρ τὸ μέτρον ἐλάλησα, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἐλλιπῶς εἴς τε τὴν σύγκρισιν ὅλης τῆς πραγματείας τῶν ὅλων θαυμάτων, καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς τὴν Κυρίαν μου καὶ Δέσποιναν Θεοτόκον πόθου. Ὅθεν καὶ εἰς τὴν μικρὰν ταύτην, καὶ παντελῶς ἐλλιπῇ διήγησιν, προσθέτω ἓν ἐκ τῶν νεωστὶ γενομένων θαυμάτων.

Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης κυρ – Νεόφυτος, ὁ ἐκ τῆς νήσου Πάρου, εἶχε τὸ πάθος τὸ καλούμενον φύστουλα· διὰ τὸ ὁποῖον ἔπαθε ὑπὸ τῶν ἰατρῶν πολλὰ δεινὰ καὶ ἀλγεινά, κατατεμνόμενος καὶ δριμέα βαστάζων βότανα. Τέλος ἀπελπίσθη, καὶ εἰς θάνατον παρ᾿ αὐτῶν ἀπεφασίσθη. Εἰς τοιαύτην λοιπὸν κατάστασιν εὑρισκόμενος, ἔγνω προσδραμεῖν εἰς τὸ ἔλεος τῆς Θεοτόκου· καὶ δὴ προσπεσὼν αὐτῇ ἔκλαιεν, ἐδέετο, ἐπαρακάλει, τὴν ἄμαχον ἐζήτει βοήθειαν μὲ θλίψιν, καὶ ὀδύνην ψυχῆς· καὶ μὲ βίαν μεγάλην ἐκίνησε, καὶ χειραγωγούμενός τε καὶ βασταζόμενος, ἐπῆγεν εἰς τὸν πάντιμον καὶ πανσέβαστον Ναὸν τῆς Θεοτόκου· καὶ πίπτοντας εἰς τὴν ἄχραντον Εἰκόνα Της, μὲ τὴν ὁμοίαν θλίψιν ἐδέετο τὴν Ἀειπάρθενον Θεογεννήτριαν, τὴν προστασίαν πάντων τῶν θλιβομένων, μὲ ἄμετρα δάκρυα. Εἶτα λαβὼν μετὰ πίστεως ἐκ τοῦ ἁγιάσματος, πιών τε καὶ τὸ πάθος περιῤῥαντίσας, εὐθὺς (ὤ, τῶν ἀῤῥήτων καὶ ὑπερφυῶν σου θαυμάτων Πανάμωμε Δέσποινα!) καὶ οὔτε κἂν σημεῖον ἔμεινε τοῦ χαλεποῦ ἐκείνου πάθους. Καὶ λοιπὸν εὐχαριστήσας τὴν ἄμαχον ἕτοιμόν τε, καὶ ταχυτάτην ἀντίληψιν καὶ βοήθειαν, ἔστρεψεν εἰς τὰ ἴδια, ἔκτοτε κῆρυξ διαπρύσιος γενόμενος τοῖς πᾶσιν ἐκείνου τοῦ μεγάλου θαύματος. Ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς σήμερον ἀποδίδων τῇ Εὐεργέτιδι τὴν εὐχαριστίαν, καὶ τῆς χάριτος τὸ μέγεθος εἰς νοῦν ἔχων, ἐπὶ τῷ Ἁγίῳ ὀνόματι τῆς Παναχράντου Ζωοδόχου Πηγῆς, οὐ μόνον Εἰκόνας ἱστορεῖ, ἀλλὰ καὶ Ναοὺς ἐγείρει εἰς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς Ὑπερενδόξου Θεοτόκου καὶ κατ᾿ ἔτος ἄγει ἑορτήν, ἐλεῶν καὶ φιλοδωρῶν μὲ πλουσιόδωρον χέρι πολλοὺς ἐνδεεῖς καὶ πένητας.

Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν θαυμάτων τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Εἰ δὲ τις δοκεῖ ἀκόρεστος εἶναι καὶ ζητεῖ πλείονα μαθεῖν, ἂς πλησιάσῃ εἰς τὴν ἄχραντον Εἰκόνα τῆς Πανάγνου, καὶ ἂς βλέψῃ στοχαστικῶς, καὶ ἐκεῖ θέλει ἰδεῖ ἄπειρα θαύματα, διαφόρους ἀνθρώπους ἐκ πολλῶν καὶ μεγάλων παθῶν θεραπευομένους. Βασιλεῖς λέγω, Βασιλίσσας, Ἱερεῖς, Ἀρχιερεῖς, Μοναχούς, Ἄρχοντας, Ἀρχόντισσας, καὶ ἐκ παντὸς γένους καὶ ἀξιώματος ἀνθρώπους, δαίμονας ἐκβαλλομένους, τυφλοὺς ἀναβλέποντας, χωλοὺς περιπατοῦντας, ἀῤῥώστους ὑγιαίνοντας, καὶ πᾶν πάθος χαλεπὸν καὶ ἀνίατον διωκόμενον, καὶ φυγαδευόμενον ὑπὸ τῆς χάριτος τῆς Θεοτόκου· καὶ οὕτως ἂς κορέσῃ τὴν ἐπιθυμίαν του, καὶ ἂς παύσῃ νὰ ζητῇ πλείονα πρὸς πίστωσιν.

Οὔτε νὰ λέγῃ τὰ τοιαῦτα ζωγράφων ἔργα ὅτι εἶναι ψευδῆ· ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖνα ὁποὺ παρεδόθησαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν δὲν εἶναι ψευδῆ καὶ ἀνύπαρκτα, οὔτε ἐφευρέματα ἀνθρώπων ἀνοήτων, οὔτε μῦθοι Ἑλληνικοί, ἀλλὰ ὅλα ἅγια, ὅλα θεῖα, ὅλα ἀληθινὰ καὶ θεοπαράδοτα, ἀποφασισμένα παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων συνοδικῶς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος, χωρίς τινος δόλου καὶ προσθήκης, ἀλλὰ μάλιστα καὶ ἐλλιπῶς πολλά, διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, καὶ διὰ τὸ ἀπερίγραπτον τῶν θείων ἐνεργειῶν. Ὅθεν καὶ οἱ ζωγράφοι φανερώνουσι διὰ τῶν ζωγραφικῶν πινάκων ἐν ταῖς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας, ὅσα οἱ πνευματικοὶ καὶ ἐκκλησιαστικοὶ ἱστορικοὶ λογογράφοι κηρύττουσι διὰ λόγου καὶ χάρτου καὶ μέλανος. Ἐκεῖ δὲ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἱστορικοὶ γράφουσι ὅσα ἀληθῶς ἔγιναν· καὶ διὰ νὰ εἰπῷ καλλίτερα, μέρος τῶν ἐκ θείας δυνάμεως ἀληθῶς τελουμένων, καὶ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ παραδεχθέντων. Διὰ τοῦτο πιστεύων καθεὶς εἰς τὰς Ἁγίας Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἂς πιστεύῃ τὰ πνευματικῶς ἱστορούμενα, ἂς δέχεται τὰ πατροπαραδότως ζωγραφούμενα, προσκυνῶν διὰ τῶν ἀχράντων Εἰκόνων τὸν ἐν αὐταῖς εἰκονιζόμενον Θεάνθρωπον Ἰησοῦ Χριστόν, τὴν Ἀπείρανδρον καὶ Ἀειπάρθενον Μητέρα του καὶ Δέσποιναν ἡμῶν, καὶ πάντας τοὺς Ἁγίους Ἀγγέλους, καὶ τοὺς Δικαίους, καὶ ἂς μὴ φαίνεται ἄπιστος εἰς τὰ παρὰ τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ διὰ τῆς Ἁγνῆς Θεομήτορος, καὶ Πάντων τῶν Ἁγίων τελούμενα παράδοξα θαύματα, καὶ ὑπὸ τῶν εὐσεβῶν ζωγράφων ζωγραφιζόμενα, διὰ νὰ μὴ ὑστερηθῇ καὶ τῆς μελλούσης δόξης τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος Ἁγίων. Διὰ πρεσβειῶν τῆς Κυρίας μου Θεοτόκου τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Ἀμήν.


ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ

(Δόσις Δευτέρα)

Καὶ τὰ ἐπίλοιπα τῆς Ἀναγνώσεως.

Εὐλόγησον Πάτερ.

Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀμήν.

Ἐπειδὴ ὑπάρχουν τινές ὁποὺ πιστεύουσι μὲν εἰς τὰ ῥηθέντα θαύματα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, δὲν δέχονται δέ, οὔτε πείθονται νὰ εἶναι καὶ ἄλλα Ἁγιάσματα τιμώμενα εἰς ὄνομα τῆς Θεομήτορος καὶ ἄλλων Ἁγίων, οὔτε γίνονται ἀλλοῦ σημεῖα, ἔξω μόνον εἰς τὴν Ζωοδόχον Πηγήν, τὴν οὖσαν ἔξωθεν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν εὑρεθεῖσαν παρὰ τοῦ Βασιλέως Λέοντος τοῦ Μακέλη, ὡς εἴπομεν, περιορίζοντες ἀμαθῶς καὶ ἀσεβῶς εἰς ἕνα τόπον τὴν ἀπερίγραπτον χάριν καὶ δύναμιν τῆς ἀξιωθείσης νὰ γίνῃ Μητέρα τοῦ Ἀπεριγράπτου Θεοῦ, ἂς ἐρευνήσουν οἱ τοιοῦτοι, καὶ θέλουν εὕρει ἐντὸς αὐτῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἄλλο θαυματουργὸν καὶ σημειοφόρον ἁγίασμα τῆς Παναμώμου Θεοτόκου, τὸ ἐν Βλαχέρναις δηλαδή, ὅπου γίνονται μέχρι σήμερον ἀναρίθμητα θαύματα, ὄχι μόνον εἰς τοὺς πιστούς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἀπίστους ἀκόμη· καὶ ἰατρεύονται ἐκεῖ πολλὰ καὶ ἄλλα πάθη καὶ ἀσθένειαι. Καὶ μάλιστα οἱ ἀπὸ θέρμης ἐνοχλούμενοι, ἐὰν ὑπάγουν ἐκεῖ μετὰ πίστεως, καὶ πίουν ἐκ τοῦ ἁγιάσματος, ταχέως τῆς νόσου ἀπαλλάττονται.

Ἀλλὰ τί θέλουν εἰπῇ ἄρά γε οἱ τοιοῦτοι, καὶ διὰ τὸ Λουτρὸν ὁποὺ ἦτον εἰς τοὺς παλαιοὺς χρόνους εἰς τὸν εὐκτήριον οἶκον τῆς Θεοτόκου τὸν ἐν τῷ Νεωρίῳ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγίνοντο πολλὰ θαύματα, καθὼς φαίνεται εἰς τὸν Συναξαριστὴν κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ Αὐγούστου. Τὸ ἱστορικὸν τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς:

Πατρίκιός τις, Ἀντώνιος καλούμενος, εὐλαβὴς ἄνθρωπος, καὶ τὸν Θεὸν φοβούμενος, ἔχων τὰ ὁσπίτιά του εἰς τὸ μέρος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸ καλούμενον Νεώριον, εἶχε καὶ ναὸν εὐκτήριον ὡραῖον, ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Θεομήτορος, ὁ ὁποῖος γυμνωθεὶς πρότερον παρὰ τῶν εἰκονομάχων, ὕστερον πάλιν ἐκοσμήθη παρὰ τοῦ ῥηθέντος Πατρικίου μὲ σεβασμίας Εἰκόνας, καὶ μὲ ἄλλα ἱερά, ὅσα ἦτον ἀναγκαῖα. Καὶ ἐπειδὴ ἐκατοίκησεν ἡ χάρις τῆς Θεοτόκου εἰς αὐτόν, ἐγίνοντο ἄπειρα θαύματα. Ὁ δὲ Ἀντώνιος, εὐλάβειαν ἔχων μεγάλην εἰς τὴν Δέσποιναν ἡμῶν, ἔκτισεν ὑποκάτωθεν τῆς Ἐκκλησίας παραμικρὸν λουτρόν, διὰ νὰ λούεται αὐτὸς καὶ οἱ τοῦ ὁσπιτίου του ἄνθρωποι, εἰς ἁγιασμόν. Ἄνθρωποι δέ τινες εὐλαβεῖς ἐζήτησαν παρὰ τοῦ Πατρικίου νὰ τοὺς δώσῃ ἄδειαν νὰ κάμνουν λοῦμα μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα, καὶ νὰ λούουν τοὺς μετ᾿ εὐλαβείας προσερχομένους ἀδελφούς. Ἔστρεξεν οὖν ὁ Πατρίκιος καὶ ἔξοδα τοὺς ἔδιδεν ἕως οὗ ἔζη, διὰ τὴν τοιαύτην ψυχικὴν τῶν πιστῶν παραμυθίαν. Ἀποθανὼν δὲ ὁ Πατρίκιος Ἀντώνιος, ἄφησε τὸ ῥηθὲν λουτρὸν ὁμοῦ καὶ τὴν Ἐκκλησίαν εἰς τοὺς ῥηθέντας Χριστιανούς. Ὅμως ἐκεῖνοι, μὴ ὄντες δυνατοὶ νὰ διατηροῦν τὸ τοιοῦτον λοῦμα δι᾿ ἰδίων ἐξόδων, καὶ μὴ ἔχοντες δικαίωμα, ὅσον ἀπὸ λόγου τους νὰ τὸ δώσουν εἰς ἄλλους, κατ᾿ ὀλίγον ἀμεληθέν, ἔμεινεν ἀργὸν τελείως, τῶν ἐν αὐτῷ σκευῶν ἁρπαγέντων παρὰ τοῦ τυχόντος, καὶ κατελείφθη τελείως γυμνὸν καὶ ἄχρηστον τὸ λουτρόν. Τὸν δὲ ναὸν ἐδοξολόγει Ἱερεύς τις εὐλαβής, ἔχων τὰ πρὸς ζωάρκειαν παρὰ τῶν Χριστιανῶν, μὲ τὸ νὰ ἐνεργοῦντο εἰς αὐτὸν παρὰ τῆς Θεομήτορος μύρια θαύματα. Τοῦτο τὸ λουτρὸν ἠβουλήθη ποτὲ ὁ βασιλεὺς Ῥωμανὸς νὰ τὸ χαλάσῃ, διὰ νὰ πάρῃ τὰ μάρμαρα, πλὴν ἐμποδίσθη παρὰ τῆς Θεοτόκου· διότι κτίζων παλάτιον, καὶ χρειασθεὶς μάρμαρα, τοῦ εἶπάν τινες πῶς ἐκεῖνο τὸ λουτρὸν ἔχει τέτοια μάρμαρα ὁποὺ χρειάζεται· ὅθεν καὶ ὁ Βασιλεὺς ὡς ἄχρηστον, ἔστειλέ τινα Ῥέκτορα ἀντιπρόσωπόν του νὰ τὰ χαλάσῃ, καὶ νὰ πάρῃ τὰ μάρμαρα, ὡσὰν ὁποὺ ἦσαν ἐπιτήδεια εἰς τὴν χρείαν του· Κατὰ δὲ τὴν νύκτα ἐκείνη, ὁποὺ ἔγινεν ἡ τοιαύτη ἀπόφασις, ἐφάνη ἡ Κυρία Θεοτόκος κατ᾿ ὄναρ εἰς τὸν Ῥέκτορα, ὁμοίως καὶ εἰς ἕνα συγγενὴ αὐτοῦ καὶ τοὺς ἐπαρήγγειλε μὲ φοβερισμούς, νὰ μὴ τολμήσουν νὰ πειράξουν τὸ ἐν τῷ Νεωρίῳ λουτρόν· καὶ ἔξυπνος γενόμενος ὁ Ῥέκτωρ, ἀπῆλθεν εἰς τὸν Βασιλέα Ῥωμανὸν μὲ φοβισμένη καρδίαν καὶ τοῦ ἀνήγγειλε τὰ ὁραθέντα. Ὁ δὲ εὐσεβὴς Βασιλεὺς ἀκούσας ταῦτα εἶπε· Δὲν θέλω ἐγὼ νὰ ἔχω κρίσιν μὲ τὴν Κυρίαν μου Θεοτόκον. Ὅθεν ἀντὶ νὰ τὸ χαλάσῃ, ἔπεμψεν ἀνθρώπους καὶ τὸ ἐκαθάρισαν, καὶ μεγαλύτερον τὸ ἔκαμε, καὶ κάλυμβον ἔλαβεν εἰς αὐτό, καὶ οἱ τρεῖς Βασιλεῖς, ὅ,τε Ῥωμανὸς καὶ Κωνσταντῖνος καὶ Χριστοφόρος ἐλούσθησαν, καὶ χρυσόβουλλον ἔδωκαν, ὅτι νὰ ἔχῃ τὸ τοιοῦτον λουτρὸν συντήρησιν καὶ σιτηρέσιον ἀπὸ τὰ Βασίλεια, εἰς ψυχαγωγίαν τῶν μετ᾿ εὐλαβείας λουομένων Χριστιανῶν. Διότι εἶχε τὸ νερὸν κουβαλητόν, καὶ διὰ τοῦτο ἐχρειάζετο ἔξοδα· διὰ τοῦτο δὲ ἐχαλάσθη, καὶ προτύτερα διὰ νὰ μὴν ὑπάρχουν τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα εἰς τὴν μεταφορὰν τῶν ὑδάτων. Γενομένου δὲ τοῦ λουτροῦ, ἄρχισαν πάλιν νὰ γίνωνται εἰς αὐτὸ ἄπειρα θαύματα, διὰ τῆς χάριτος τῆς Θεοτόκου, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀφήνοντες νὰ διηγούμεθα πολλά, νὰ εἰποῦμεν ἕνα μόνον, εἰς πίστωσιν τῶν εὐλαβῶν καὶ ἁπλουστέρων Χριστιανῶν.

Γυνή τις ἀρχόντισσα παθοῦσα ἀπὸ ὑδρωπικίαν, καὶ ἀπὸ τῶν ἰατρῶν ἀπελπισθεῖσα, προσέδραμεν εἰς τὸν ῥηθέντα Ναὸν τῆς Θεοτόκου, τὸν ἐν τῷ Νεωρίῳ, καὶ προσπεσοῦσα ἐδέετο τὴν Παντάνασσαν νὰ θεραπεύσῃ τὸ πάθος της· προσμείνασα δὲ ἡμέρας ἱκανάς, καὶ μὴ ὠφεληθεῖσα, ἔφυγεν ἐκεῖθεν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν ἐν Βλαχέρναις Ναὸν τῆς Θεοτόκου, καὶ ῥίψασα ἑαυτὴν ἔμπροσθεν τῆς σεβασμίας Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος, ἐπαρεκάλει μετὰ θερμῶν δακρύων λέγουσα· Ἐλέησόν με, Μήτηρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μου, ὅτι πλέον ἀπελπισθεῖσα ἀπὸ κάθε ἄλλην βοήθειαν, ἔδραμα εἰς τὸ ἄμετρόν σου ἔλεος. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπιμένουσα ἐκεῖ ἡμέρας ἐννέα. Κατὰ δὲ τὴν νύκτα τῆς ἐνάτης ἡμέρας ἐφάνη εἰς αὐτὴν κατ᾿ ὄναρ ἡ Πολυέλεος Δέσποινα, λέγουσα πρὸς αὐτήν· Ὦ γύναι, τί βοᾷς πρός με ἐνοχλοῦσά με καὶ μηδόλως ἡσυχάζουσα; Ἡ δὲ ἔντρομος γενομένη, καὶ μετὰ δέους ἀποκριθεῖσα εἶπεν· Ὦ Δέσποινα, ἠξεύρω πὼς διὰ τὰς ἁμαρτίας μου πάσχω· ὅμως πάλι πιστεύουσα, ὅτι ὁ Υἱός σου, καὶ Θεὸς ἡμῶν, δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐκατέβη, καὶ κατοικήσας εἰς τὴν ἄχραντόν σου μήτραν, ἔλαβε σάρκα ἐκ τῶν Ἁγνῶν σου αἱμάτων, γενόμενος τέλειος ἄνθρωπος, Θεὸς ὢν τέλειος, διὰ νὰ σώσῃ ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ πονηροῦ ἐμέ, καὶ τοὺς κατ᾿ ἐμὲ ἁμαρτωλούς, μεταχειρισθεὶς ὡς μέσον τῆς τοιαύτης μεγάλης δωρεᾶς ἐσένα τὴν ἄχραντον καὶ ἀειπάρθενόν του Μητέρα, ἡ ὁποία φαίνεσαι ἕτοιμος βοηθὸς καὶ προστάτις πᾶσι τοῖς μετὰ πίστεως ἐπικαλουμένοις σε· διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἡ ἁμαρτωλός, καὶ πολλὰ ἀναξία, καὶ ῥυπαρὰ δούλη σου, προσέφυγα εἰς τὴν σκέπην σου, διὰ νὰ μὲ ἐλεήσῃς, ὡσὰν ὅπου ἔχεις δύναμιν νὰ ἐλεῇς ὅποιον θέλῃς. Καὶ ταῦτα μὲν αὐτή· ἡ δὲ Θεοτόκος, οἰκτείρασα τὴν ἱκέτιν εἶπέ της· Πήγαινε εἰς τὸν παραμικρόν μου οἶκον τὸν ἐν τῷ Νεωρίω, καὶ θέλεις εὕρῃ ἐκεῖ τὴν θεραπείαν σου. Ἐξυπνήσασα δὲ καὶ τὴν Θεοτόκον εὐχαριστήσασα, ἐπῆγε σπουδαίως εἰς τὸν ἐν τῷ Νεωρίῳ Ναόν, καὶ πάλιν προσπεσοῦσα, ἐπαρεκάλει λέγουσα· Ἐλέησόν με τὴν δούλην σου, Δέσποινα, καὶ δός μοι τὴν ἴασιν, κατὰ τὴν διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος, ἀψευδῆ σου ἐπαγγελίαν. Καὶ ταῦτα λέγουσα μετὰ δακρύων ὥραν πολλήν, ἀπεκοιμήθη, καὶ βλέπει πάλιν τὴν ἐν Βλαχέρναις φανεῖσαν σεμνοπρεπῆ γυναῖκα, μαζὶ καὶ ἕνα Ἱεροπρεπῆ καὶ εὐλαβῆ ἄνδρα, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπεν· Ἰδοὺ ἡ ἄῤῥωστος γυνή, σχίσον λοιπὸν τὸν ὀμφαλόν της. Ὁ δὲ ἄνδρας ἐκεῖνος, σχῆμα ὑποταγῆς ποιήσας πρὸς τὴν φαινομένην Δέσποιναν καὶ βαστάζων ῥάβδον εἰς χεῖράς του, ἐκτύπησε μὲ αὐτὴν εἰς τὴν κοιλίαν τὴν πάσχουσαν, καὶ μὲ τὸν κτύπον ἐκεῖνοι μὲν ἐγένοντο ἄφαντοι, ἡ δὲ γυνὴ ἔξυπνος γενομένη, εὗρε τὸν ἑαυτόν της γεμᾶτον ἔμπυα καὶ δυσωδίαν. Ὅθεν εἰσελθοῦσα εἰς τὸ λουτρόν, καὶ λουσθεῖσα, εὐγῆκεν ὅλη ὑγιής, ὅλη ἰατρευμένη, μὴ ἔχουσα οὔτε οὐλὴν τῆς τοσαύτης μεγάλης, καὶ χαλεπῆς ἀσθενείας. Ἐξελθοῦσα δὲ τοῦ λουτροῦ, ἐπῆγεν εἰς τὸν Ναόν, καὶ θυμιάσασα, καὶ τὴν πρέπουσαν εὐχαριστίαν ἀποδοῦσα τῇ Εὐεργέτιδι ἐπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια χαίρουσα, καὶ τὸ θαῦμα κηρύττουσα.

Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μεγαλοπόλιν Θεσσαλονίκην, εἴς τινα Ναὸν τῆς Θεοτόκου εὑρίσκεται μία φιάλη μαρμαρένια, εἰς τὴν ὁποίαν γίνεται ἓν θαῦμα ἀξιοδιήγητον, διὰ τῆς χάριτος τῆς Θεοτόκου. Ὅτι κινητὴ οὖσα ἡ τοιαύτη φιάλη, καὶ μετατοπιζομένη ἔνθεν κἀκεῖθεν, ἀναβλύζει ὕδωρ παραδόξως, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πίνοντες πολλοὶ ἀσθενεῖς μετὰ πίστεως ἰατρεύονται. Εἰς τοῦτο λοιπὸν τὸ παραδοξόβλυτον, καὶ ἰαματικὸν ὕδωρ πολλοὶ διστάζοντες, διὰ δοκιμῆς ἐπιστώθησαν. Ὅτι τὰς μὲν ἰάσεις βλέποντες, ἐπίστευον νὰ ἐνεργοῦνται διὰ τῆς χάριτος τῆς Θεοτόκου, μὲ τὴν πίστιν τῶν προσερχομένων. Ὅμως εἰς τὴν παράδοξον ἀνάβλυσιν δὲν ἐπίστευον, διότι βλέποντες μάρμαρον κινητὸν νὰ ἀναβρύῃ ὕδωρ ἐδίσταζον, νομίζοντες τὸ τοιοῦτον θαῦμα τέχνην, καὶ κακουργίαν τῶν ἐκκλησιαστικῶν, γενομένην δηλαδὴ δι᾿ ἰδίαν αἰσχροκέρδειαν. Ὅμως διὰ τὴν πίστιν, ὡς εἴπομεν, τῶν μετ᾿ εὐλαβείας πινόντων πιστῶν, ἐπίστευον νὰ τελοῦνται αἱ θαυματουργίαι παρὰ τῆς Θεοτόκου. Ὅθεν καὶ σηκώσαντές το, καὶ βάνοντες αὐτὸ εἰς ἄλλον τόπον, καὶ σκεπάσαντες καὶ βουλώσαντες ἀσφαλῶς αὐτό τε καὶ τὸ οἴκημα ἀφ᾿ ἑσπέρας, τὸ πρωῒ ἀπελθόντες τὸ εὗρον γεμᾶτον ἁγιάσματος διαυγεστάτου, καὶ ἐκπλαγέντες ἐπίστευσαν· καὶ οὐ μόνον ἅπαξ ἢ δὶς ἐγένετο ἡ τοιαύτη δοκιμή, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς σήμερον πολλοὶ ἀπιστοῦντες, καὶ δοκιμάζοντές το πιστεύουσιν. Εἰς δὲ τὴν ἐπαρχίαν Δημητριάδος πάλιν κατὰ τὴν τοποθεσίαν τοῦ Βόλου, ὑπάρχει λόφος τις Γουρίτζα καλούμενος. Ἐπάνω λοιπὸν εἰς αὐτὸν τὸν λόφον φαίνονται ἐρείπια κάστρου, καὶ πύργος καὶ στέρνες καὶ ὕδωρ κομιστὸν καὶ εἰς τὸ μέσον τοῦ κάστρου Ναὸς τῆς Κυρίας Θεοτόκου τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἀφανισθεὶς ἀπὸ τοὺς κυριαρχοῦντας ἀσεβεῖς καὶ κρημνισμένος, ὀλίγον περίφραγμα ἔχων· ὄπισθεν δὲ τοῦ Ναοῦ μία παμμεγέθης δεξαμενή, χαλασμένη ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος· καὶ μέσα εἰς τὴν αὐτὴν ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ Ναοῦ εἶναι μικρὸν φρέαρ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀναβλύζει ὕδωρ διειδέστατον, τὸ ὁποῖον τιμώμενον εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ὑπερενδόξου Θεοτόκου τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, κατ᾿ ἔτος τελεῖ θαύματα πάμπολλα, συγκροτουμένης ἐκεῖ λαμπρᾶς πανηγύρεως κατὰ τὴν Παρασκευὴν τῆς Διακαινησίμου. Εἰς τὴν ὁποίαν συντρέχουσιν ἄνθρωποι πολλοί, εὐλάβεια φερόμενοι, ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Δημητριάδος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς λοιπὰς πέριξ ἐπαρχίας φέροντες ἀσθενεῖς καὶ κακῶς ἔχοντας.

Καὶ πολλοί, ὅσοι δηλαδὴ πίνουσι μετὰ πίστεως ἐκ τοῦ ἁγιάσματος, θεραπεύονται. Καὶ τόσην φήμην ἔχει, ὁποὺ σχεδὸν πολλοί, ἀγνοοῦντες τὴν εἰς Κωνσταντινούπολιν Ζωοδόχον Πηγήν, νομίζουν νὰ εἶναι αὐτή, ἡ παρὰ τοῦ Βασιλέως Λέοντος τοῦ Μακέλη εὑρεθεῖσα. Συνήθεια δὲ ἐπεκράτησεν εἰς τὸ σεπτὸν τοῦτο ἁγίασμα, νὰ τὸ πίνουν οἱ χριστιανοί, ἀφοῦ ἀρχίσῃ ὁ Ἱερεὺς τὴν Θείαν Μυσταγωγίαν. Λέγουσι δὲ ὅτι κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν μάλιστα ὁποὺ προσφέρεται ἡ ἀναίμακτος θυσία, νὰ γίνωνται καὶ τὰ περισσότερα θαύματα. Καὶ οὐδόλως παράδοξον τὸ συμβαῖνον τοῦτο, διὰ τοὺς μικροψύχους καὶ διστάζοντας εἰς τὸ μυστήριον τῆς ἀμώμου ἡμῶν πίστεως. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἕτερα Ἁγιάσματα ἐπί τε τῷ ὀνόματι τῆς Θεοτόκου σεμνυνόμενα, καὶ ἄλλων τινῶν ἁγίων τιμώμενα· τὸ εἰς τὴν Νικομήδειαν δηλαδὴ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος, καὶ ἄλλο εἰς ἕνα χωρίον τῆς Χαλκηδόνος, εἰς ὄνομα τῆς Θεοτόκου, καὶ εἰς τὴν Νίκαιαν, καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Προύσσης τὸ τῶν Ἀρχαγγέλων, καὶ εἰς τὰ περίχωρα τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ τῆς Ὁσιομάρτυρος Παρασκευῆς, καὶ τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ τοῦ Θεσβίτου· καὶ ἐντὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ τοῦ τιμίου Προδρόμου, εἰς τὴν Μονὴν τῶν Στουδιτῶν, τὸ τοῦ Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, καὶ τοῦ Ἀρχιεράρχου ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Νικολάου. Καὶ εἰς ἄλλους τόπους πάμπολλα ἐπί τε τῷ ὀνόματι τοῦ Σωτῆρος, καὶ τῆς Ἁγνῆς καὶ Παναμώμου Ἁγίας Αὐτοῦ Μητρὸς καὶ πολλῶν ἄλλων ἁγίων τιμώμενα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα βρύουσιν ἐξαίσια θαύματα, καὶ πηγάζουσιν ἰάματα πάμπολλα καὶ παράδοξα. Οὐδόλως, ἐπαναλαμβάνω, παράδοξον τὸ τοιοῦτον. Διότι ἀποδεχόμενοι οἱ Ἅγιοι καὶ ἡ Πολυεύεσπλαγχνος Δέσποινα τὴν εὐλάβειαν καὶ καλὴν προαίρεσιν τῶν πιστῶν, πέμπουσι τὰς χάριτάς των εἰς αὐτά, καὶ τελοῦνται οὕτω σημεῖα θαυμαστὰ καὶ παράδοξα.


Ὡς ἐπισφράγισιν τέλος τῶν ἀπειραρίθμων θαυμάτων τῆς Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς παραθέτομεν ἐνταῦθα καὶ τὸ ἑξῆς ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ τῆς Λογγοβάρδας τελεσθὲν θαῦμα, παρὰ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, εἰς τὰς ἡμέρας ταύτας.

Εἰς τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς παρελθούσης τεσσαρακονθημέρου νηστείας, τοῦ ἔτους δηλαδὴ 1927, ἦλθεν ἐνταῦθα χωρικός τις ἀπὸ τὸ χωρίον τῆς νήσου Λεύκαις, καλούμενος Γεώργιος Ῥαγκούσης. Οὗτος μὲ παρεκάλεσεν ὅπως φέρῃ εἰς τὴν Ἱερὰν ἡμῶν Μονὴν τὸν υἱόν του Δημήτριον ἡλικίας 18 ἑτῶν, πάσχοντα ἐκ δεινῆς παραλύσεως πάντων τῶν μελῶν τοῦ σώματός του καὶ μὴ δυνάμενον περιπατῆσαι μηδόλως. Ἐγὼ ἔχων ἀκράδαντον πεποίθησιν εἰς τὴν ἄμαχον βοήθειαν τῆς Θεοτόκου καὶ εἰς τὸ πλῆθος τῶν ἀπείρων θαυμάτων Αὐτῆς, εἶπον εἰς τὸν ἄνθρωπον· Ὕπαγε, φέρε τὸν υἱόν σου εἰς τὴν Μονήν, καὶ ἔχε πίστιν καὶ ἐλπίδα, ὅτι ἡ Πανάχραντος Δέσποινα ἡ Ζωοδόχος Πηγὴ θὰ τὸν θεραπεύσῃ. Μεταβὰς ὅθεν ἐκεῖνος εἰς τὸ χωρίον ἔφερε τὸν υἱόν του, εἰς τὸν ὁποῖον ἠρχίσαμεν νὰ ἀναγινώσκωμεν τὰς εὐχὰς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ τοῦ θείου Χρυσοστόμου, ἀλείφοντας συνάμα αὐτὸν ἐλαίῳ ἐκ τῆς ἀκοιμήτου κανδήλας τῆς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγῆς. Ὤ τοῦ θαύματος! Μετ᾿ ὀλίγας ἡμέρας τῆς ἐνταῦθα διαμονῆς του ὁ πρίν μὴ δυνάμενος σταθῆναι ἐπὶ τοὺς πόδας ἤρχισεν ἤδη νὰ περιπατῇ ἐλευθέρως δοξάζων καὶ εὐλογῶν τὸν Θεὸν καὶ τὴν Πανύμνητον Θεοτόκον τὴν Ζωοδόχον Πηγὴν ἥτις διπλῆν παρέσχεν αὐτῷ τὴν ἴασιν, ψυχῆς τε καὶ σώματος. Ἤδη εὑρίσκεται εἰς τὴν Μονήν μας ἐργαζόμενος εἰς τὴν ὑποδηματοποιΐαν (τυγχάνει γάρ ὑποδηματοποιός) καὶ θὰ ἀναχωρήσῃ κατ᾿ αὐτὰς διὰ τὴν πατρικὴν ἑστίαν πρὸς χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν τῶν γεννητόρων αὐτοῦ, οἵτινες πάμπολλα εἶχον δαπανήσει εἰς ἰατροὺς διὰ τὴν θεραπείαν τοῦ υἱοῦ των ἀνωφελῶς.

Ἀλλὰ καὶ ἕτερα θαύματα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς ἀναφέρονται γενόμενα ἐν τῇ Ἱερᾷ ἡμῶν Μονῇ τῆς Λογγοβάρδας. Εἴς τι ἔγγραφον τῆς Μονῆς τοῦ ἔτους 1669 τῆς 6 Ἀπριλίου, ἀναφέρεται ὅτι ἡ ἀδελφὴ τοῦ Αου Ἡγουμένου καὶ κτήτορος τῆς Μονῆς Ἰωακεὶμ Παλαιολόγου, καλουμένη Μαρίνα Α. Ῥάφου, εἰς κίνδυνον ἐλθοῦσα ἐκ δεινῆς νόσου, καὶ ἰδοῦσα τὴν ὑγείαν της ἀπὸ τὴν Κυρίαν Πηγὴν τῆς Λογγοβάρδας, ἀφιέρωσεν εἰς αὐτὴν ἀγρόν τινα εἰς τὸν Παλαιόπυργον, διὰ νὰ τὴν μνημονεύουν εἰς τὴν Πρόθεσιν.

Ἕτερον θαῦμα ἔγινεν ἐκ καιρῷ τοῦ ἀποκλεισμοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1917 ὅτε μὴ ὑπάρχοντος σίτου ἐν τῇ νήσῳ ἕνεκα τοῦ ὑπὸ τῶν Ἀγγλογάλλων ἀποκλεισμοῦ, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς τῆς νήσου καὶ ἀπὸ τοὺς πρόσφυγας κατέφυγον εἰς τὴν Ἱερὰν Μονήν μας τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς τῆς Λογγοβάρδας· οἱ πλεῖστοι γάρ πλούσιοι, εἰς τοιαύτας περιστάσεις, κρύπτουσι τὸν σῖτον διὰ νὰ πωλήσωσιν αὐτὸν εἰς τιμὰς ηὐξημένας καὶ ὠφεληθῶσιν. Οἱ πατέρες τῆς Μονῆς σπλαγχνιζόμενοι τοὺς πεινῶντας παρεῖχον εἰς πάντας ἄρτον εἰς βρῶσιν καὶ ἄλλα ἐπιτήδεια ἀφ᾿ ὧν εἶχε ἡ Μονή. Τότε ἦτο νὰ θαυμάσῃ τις τὴν θαυματουργίαν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, διότι ἐνῷ ἀφ᾿ ἑνὸς οἱ Πατέρες ἔδιδον καθ᾿ ἑκάστην εἰς τοὺς προσερχομένους καὶ ὁ σῖτος ἠλαττοῦτο, κατὰ δὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς τινῶν ὀλιγοψύχων ὁ σῖτος ἐν τῇ ἀποθήκῃ συντόμως θὰ ἐξαντλεῖτο, ἐξ ἄλλου ἡ Πανάχραντος Θεοτόκος ἡ Ζωοδόχος Πηγὴ ταῖς εὐλογίαις αὐτῆς ἀπέδειξεν αὐτὸν ἀνεξάντλητον· καὶ δὲν ἐξηντλήθη ὁ σῖτος, ἀλλὰ διετηρήθη εἰς ἔκπληξιν καὶ θαυμασμὸν τῶν ὁρώντων ἄχρι τῆς νέας συγκομιδῆς. Ἀλλὰ τί νὰ πολυλογῶ; Ποταμὸν ἀκένωτον καὶ ἀνεξάντλητον ἔχει ἀναδείξει τὴν Ἱερὰν Μονήν της. Διότι ποῖος πτωχὸς ἢ ποία χήρα, ἢ ὀρφανὸς ἢ ἀσθενὴς ἢ πάσχων εἴτε σωματικῶς εἴτε ψυχικῶς, ἐρχόμενος εἰς τὴν Μονὴν μετὰ πίστεως δὲν λαμβάνει τὸ αἰτούμενον; Πάντες ὑγιεῖς γενόμενοι, ὁ μὲν ψυχῆς ὁ δὲ σώματος τὴν ἴασιν κομιζόμενοι, ἀπέρχονται εὐχαριστοῦντες τὴν Θεοτόκον καὶ ἐκδιηγούμενοι τὰ πλήθη τῶν θαυμάτων αὐτῆς.

Ἄς ἐμφραχθῶσι τὰ ἀπύλωτα στόματα τῶν δυσσεβῶν ἀπίστων, οἵτινες οὐ παραδέχονται θαύματα. Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀεὶ καὶ πάντοτε ἡ ἀγαθότης καὶ φιλανθρωπία τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ καὶ Βασιλέως ἡμῶν καὶ Δημιουργοῦ τῶν ἁπάντων οὐκ ἐπαύσατο ἐνεργοῦσα τεράστια διὰ τῆς Πανυμνήτου Μητρὸς Αὐτοῦ, τῶν Ἁγίων Προφητῶν, Ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, εἰς τοὺς μετὰ πίστεως προστρέχοντας τοῖς ἱεροῖς ναοῖς καὶ ταῖς σεπταῖς Εἰκόσι καὶ ἁγίοις λειψάνοις αὐτῶν, καὶ αἰτουμένοις παρ᾿ αὐτῶν τὴν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἴασιν.

Ἀλλ᾿ ὁ πανέκλαμπρος οὗτος καὶ ἱστορικώτατος τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Ναός, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν σειρὰν τοῦ πανηγυρικοῦ Λόγου, ὁ ἐγερθεὶς τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ ἐπικαλουμένου Μακέλη, ὡς εἴπομεν, ἐπηυξήθη δὲ ὑπὸ τοῦ Μ. Ἰουστινιανοῦ καὶ ἐπλουτίσθη καὶ λαμπρῶς κατεκοσμήθη ὑπὸ Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος, τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Λέοντος τοῦ σοφοῦ καὶ ἄλλων Αὐτοκρατόρων, διετηρήθη ἄχρι τῆς πτώσεως τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων. Ὁπότε φεὖ! πλείστων ναῶν καταστραφέντων τὰς ἀποφράδας ἐκείνας ἡμέρας τῆς Ἁλώσεως, κατεστράφη ἐκ θεμελίων καὶ ὁ μεγαλοπρεπὴς οὗτος Ναὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Ἀλλὰ τὸ ζωήῤῥυτον νᾶμα τῆς Πηγῆς ἐξηκολούθει ῥέον ἀψοφητὶ καὶ ἡ ἐπισκιάζουσα ἀοράτως τὸ ἱερὸν τοῦτο καταγώγιον χάρις οὐδέποτε τὸ εἶχεν ἐγκαταλείψει. Τὰ δὲ πλήθη τῶν πιστῶν ἐξηκολούθουν νὰ συῤῥέωσιν ἐκεῖ ἐν πίστει καὶ εὐλαβείᾳ, καὶ αἱ θαυματουργίαι εἰς τοὺς μετὰ πίστεως προσερχομένους, ἀφθόνως παρείχοντο ὑπὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Οὕτω παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη ἀνεγέρσεως Ναοῦ ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ τῇ ἱερᾶ. Πρῶτος δὲ ὁ Δέρκων Μητροπολίτης Νικόδημος μετὰ πάροδον τριῶν αἰώνων, ἤτοι κατὰ τὸ 1727 ἤγειρε μικρὸν ναΐσκον τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ ἤρξαντο τελούμεναι λειτουργίαι, ὄρθροι καὶ ἑσπερινοὶ μέχρι τοῦ 1821, ὅτε τελείως πάλιν ὁ μικρὸς ἐκεῖνος Ναΐσκος κατεστράφη ὑπὸ τῶν μαινομένων Γενιτσάρων, ἡ δὲ Πηγὴ ἐκαλύφθη ὁλοτελῶς πλέον. Ὅμως ἡ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τὸ σεβάσμιον καὶ σεπτὸν προσέλευσις τῶν πιστῶν καὶ αἱ θαυματουργίαι ἐξηκολούθουν. Ἀλλ᾿ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Σουλτὰν Μαχμούτ ὅτε οἱ ὑπήκοοι αὐτοῦ ἔχαιρον θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ἐζητήθη ἄδεια ὑπὸ τῶν ὁμογενῶν πρὸς ἀνοικοδόμησιν τοῦ παρεκκλησίου· καὶ ἤρχισε μὲν τὸ ἔργον τῇ 27 Ἰουλίου 1833, ἀνασκαφῆς δὲ γενομένης καὶ τῶν θεμελίων τοῦ ἀρχαίου Ναοῦ εὑρεθέντων, ἀνηγέρθη διὰ νεωτέρας ἀδείας ὄχι μόνον τὸ τοῦ Ἁγιάσματος παρεκκλήσιον λαμπρότερον τοῦ προτέρου ἀλλὰ καὶ ἕτερος Ναὸς ἐπὶ τῶν θεμελίων τοῦ παλαιοῦ μέγιστος, περικαλλέστατος καὶ μεγαλοπρεπέστατος. Καὶ τὰ μὲν θεμέλια τούτου κατεβλήθησαν τῇ 14 Σεπτεμβρίου 1833, τὸ δὲ ἔργον ἀπηρτίσθη τῇ 30 Δεκεμβρίου 1834, τῶν ἐγκαινίων γενομένων τῇ 2 Φεβρουαρίου 1835.

Ὁ δὲ ἀείμνηστος συγγραφεὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως Σκαρλάτος γράφει: «Ὅτε ἐλθὼν τῷ 1825 εἰς τὴν Πόλιν ἀπῆλθον εἰς προσκύνησιν τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου τόπου, δὲν εὗρον εἰμὴ σωρὸν ἐρειπίων, καὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν ἱστάμενον ἐν ὑπαίθρῳ τὸν ἱερέα καὶ ἀναγινώσκοντα τὴν Παράκλησιν ὑπὲρ τῶν παρισταμένων πιστῶν. Ἀλλὰ τὸ ζωήῤῥυτον τῆς Πηγῆς νάμα ἐξηκολούθει ῥέον ἀψοφητί, καὶ ἡ ἐπισκιάζουσα ἀοράτως τὸ ἱερὸν τοῦτο καταγώγιον χάρις οὐδέποτε τὸ εἶχεν ἐγκαταλείψη. Παρῆλθον ἔκτοτε εἰκοσιτέσσσαρα ἔτη, καὶ ἐπανελθὼν πάλιν, τῷ 1849, λευκοπώγων ἤδη εἰς τὸ αὐτὸ τοῦτο μέρος, εὗρον τὸ αὐτὸ σκιερὸν καὶ βαθύκομον δάσος, καὶ τὴν πηγὴν προϊοῦσαν ἀθόρυβον καὶ πραεῖαν· ἀλλ᾿ ἀντὶ τῶν ἐρειπίων, εἶδον ναὸν μεγαλοπρεπῆ, μαρμάρων καὶ κιόνων καὶ κοσμημάτων λαμπρότητα, εὐκοσμίαν ἐν πᾶσι καὶ περὶ πάντα... καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ κρατήσω τὰ δάκρυά μου. Ἀλλὰ τὰ δάκρυα ταῦτα ἦσαν δάκρυα χαρᾶς καὶ κατανύξεως, ἐθνικῆς συμπαθείας. Καὶ λαβὼν τὸ χαρτοφυλάκιόν μου ἐσημείωσα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τοῦτο· «Αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου».

Τὸ ὑπὸ σωροὺς χωμάτων καὶ πετρῶν ἀναβλύζον ἁγίασμα ἐθαυματούργει, ἱερεὺς δὲ ἢ λαϊκός τις ἐπίτροπος εὐσεβής, εἰς διαιώνισιν τοῦ Θαύματος, ἀνέγραφε μετὰ πάσης εὐλαβείας ἐπὶ μακροῦ ξυλίνου πίνακος τὰ θαύματα τῆς Θεοτόκου τὰ κατὰ τὰ ἔτη 1824 – 1826 γενόμενα, τὰ ὁποῖα ἐτυπώθησαν μετά τινων νεωτέρων θαυμάτων, γενομένων καθ᾿ ὃν χρόνον οἰκοδομεῖτο ὁ σήμερον ὑψούμενος μεγαλοπρεπὴς ναός. Τὰ θαύματα ταῦτα ἀναφέρονται ἐν τῇ Συνοπτικῇ περιγραφῇ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς ὑπὸ Κ. Ρ. σελ. 24-29. Εἰς συμπλήρωσιν δὲ τῶν ἐν τῷ φυλλαδίω τοῦ Κ.Ρ. καὶ τῶν παρὰ Καλλίστου Ξανθοπούλου ἀναφερομένων θαυμάτων ἀντιγράφομεν ἐκ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, τῆς ὑπὸ Εὐγενίου ἱερέως, διευθυντοῦ Ἱερᾶς Μονῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἐκδοθείσης τῷ 1886, τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον εἰς τὸν Νεόφυτον Μαυρομμάτην, τὸ ὁποῖον αὐτὸς οὗτος ἀφηγεῖται λέγων· «Ἐννέα καὶ δέκα ἐτῶν ὄντι μοι ἐνεφύη τὸ πάθος τῆς σύριγγος, τὸ κοινῶς λεγόμενον φύστουλας, καὶ σχεδὸν ἔμεινα κατὰ καιροὺς ἀκίνητός τε καὶ ἀνενέργητος· πολλὰ δὲ καμών, καὶ οὐκ ὀλίγα προσδαπανήσας τοῖς δοκιμωτάτοις τῶν ἰατρῶν, τομάς τε καὶ ἀκρωτηριασμοὺς ὑπομείνας θεραπείας ἕνεκα, οὐδὲν ἤνυσα· ἀπελπισθεὶς δὲ δι᾿ ὅλου παρ᾿ αὐτῶν, ἔμενον κλαίων καὶ ὀδυρόμενος, ἐκ νέου τοῖς ἀνιαροῖς πάθεσιν ὁμιλῶν καὶ ὀδύναις δριμείαις βαλλόμενος· τούτοις οὖν προσταλαιπωροῦντί μοι ἐπὶ συχνοῖς ἤδη ἔτεσι, μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἱερεύς τις ὀνόματι Νικολῆς ἐκ τῆς νήσου Χίου, ἐφημέριος τοῦ Πατριαρχικοῦ ναοῦ, ἔφη προσελθὼν αὐτοῖς ῥήμασι· Φίλτατέ μοι διάκονε, (ἐτύγχανον γάρ κ᾿ αὐτὸς τῷ τότε καιρῷ διάκονος τοῦ γέροντός μου κυρ-Διονυσίου τοῦ τοὺς οἴακας τῆς ἐκκλησίας τότε ἰθύνοντος). Βούλει σὺν ἐμοὶ ἀπελθεῖν ἐν τῇ τῆς Ζωοδόχου Πηγῇ, ἐπικαλέσασθαί τε καὶ νίψασθαι ἐκ τοῦ ἁγιάσματος; Κἀγὼ ἔφην ὑπολαβών, ὅτι ἐκ τοῦ πάθους χωλαίνω, καὶ οὐ δύναμαι βαδίζειν· τοῦ δέ, κατὰ μικρὸν βαδιούμεθα, καὶ δυνήσῃ, εἰπόντως, ἡψάμεθα τῆς ὁδοῦ, κατ᾿ ὀλίγον ὀλίγον βαδίζοντες, ἕως ὅτου μετὰ πολλοῦ τοῦ καμάτου ἐγενόμεθα τῇ Πηγῇ. Ποιήσαντος δὲ ἐκείνου «εὐλογητόν» ἐψάλαμεν ὁμοῦ τὴν Παράκλησιν τῆς Θεοτόκου καὶ ἁγιασμόν. Εἶτα λαβὼν ἀνὰ χεῖρας τὴν ἐκεῖσε κοτύλην πλήρη ἁγιάσματος μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν, τοῦ ἱερέως παρὰ μέρος συρέντος, ἔχεον ἐν τῇ σαρκί μου, πολλάκις νίψας καὶ τὴν πληγήν· ἐτύγχανον γάρ τότε νεωστὶ τὰς τομὰς ἔχων τῶν ἰατρῶν, καί, ὤ τῶν θαυμασίων σου, Δέσποινα! εὑρέθην ἐν ἀκαρεῖ ὑγιής, τῶν ὠτειλῶν μόνον καταλειφθεισῶν, εἰς ἔνδειξιν, ὡς οἶμαι, τοῦ πάθους ὁμοῦ καὶ τοῦ θαύματος. Οὕτω δὲ παρ᾿ ἐλπίδα ἰαθεὶς ὑπὸ τῆς Θεομήτορος ἐπανέκαμψα ὑγιὴς μετὰ τοῦ Ἱερέως ἐν τῷ Πατριαρχείῳ κηρύττων τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἁγίας Θεοτόκου».

Ὅθεν, ἀδελφοί μου, πιστεύοντες εἰς τὴν Παντοδύναμον Ἄνασσαν, καὶ πρωτίστως εἰς τὴν Παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἀκουσθῇ ἁγίασμα, προστρέχετε εἰς αὐτὸ μετὰ πίστεως, ὅσοι κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα ἀσθενῆτε, μηδόλως διστάζοντες, καὶ θέλετε εὕρει παράδοξον τὴν θεραπείαν καὶ ἄμισθον. Ἀπερχόμενοι δὲ εἰς ἑορτὴ μὲ ἐκεῖνα ὁποὺ θέλει καὶ ὀρέγεται ὁ Θεός, καὶ ἡ Κυρία Θεοτόκος, καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι. μὲ πίστιν δηλαδὴ καὶ εὐλάβειαν, μὲ ὕμνους καὶ δοξολογίας, μὲ εὐχαριστίας καὶ μὲ πνευματικὴν χαρὰν καὶ εὐφροσύνην· καὶ οὕτω κάμνοντες θέλετε ἀπολαύσει ὁ καθεὶς ἐκεῖνο ὅπου ζητᾶ, ἤτοι ψυχικὴν καὶ σωματικὴν ἰατρείαν. Εἰ δέ τις, ἀκούων μὲν τὰς θαυματουργίας τῶν τιμίων ἁγιασμάτων καὶ χρήζων τινὸς θεραπείας, ἀπέρχεται ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν πηγαίνει ὡς εἴπομεν ἀνωτέρω, ἀλλὰ ὡσὰν εἰς κανένα παζάρι, ἢ εἰς Θέατρα καὶ παιγνίδια ἀνευλαβῶν καὶ ἀπίστων, ἐσθίων καὶ πίνων μετὰ χορῶν καὶ τυμπάνων, ὁ τοιοῦτος διὰ τὸν ἀνευλαβῆ τρόπον του δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τὴν θεραπείαν. Ὁ τοιοῦτος, ἂν δὲν ἀπιστῇ εἰς τὴν θείαν χάριν, ἂς μὴ νομίζῃ ἀδύνατον τὸν Θεόν, ἀλλὰ ἂς μέμφεται τὸν ἑαυτόν του, ἂς ταλανίζῃ τὴν ἀκρασίαν του, ἂς ἠξεύρῃ πῶς διὰ τὴν ἀπιστίαν του εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ, μισητὸς εἰς τὴν Δέσποιναν Θεοτόκον, συγχαμερὸς εἰς τοὺς Ἁγίους διὰ τὴν ἀμετανόητόν του γνώμην· καὶ ταῦτα συλλογιζόμενος, ἂς μὴ ἀπελπίζεται πάλιν, ἀλλὰ ἂς μετανοήσῃ ἀπὸ τῆς κακίας του, ἂς μεταβάλῃ εἰς πίστιν τὴν ἀπιστίαν του, εἰς εὐλάβειαν τὴν ἀνευλάβειάν του, τοὺς χοροὺς εἰς ὕμνους, τὰ παιγνίδια εἰς δοξολογίας καὶ εἰς θεῖα ᾄσματα καὶ μέλη τὰ ἄσεμνα τραγούδια. Ἄς προσπέσῃ εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τὸ ἄπειρον, ἂς βάλῃ μεσίτριαν τὴν παντὸς τοῦ γένους ἡμῶν ὑπέρμαχον εὐλογημένην Θεοτόκον. Ἄς ἐπικαλεσθῇ Ἁγίους Ἀγγέλους, καὶ ὅσους Ἁγίους ἠξεύρει. Ἄς μὴ καταφρονῇ τὰς θείας συνάξεις, ἂς γένῃ φιλάρετος, φιλακόλουθος καὶ ὅλως ζῶν διὰ τὴν ἄλλην ζωήν, καὶ τότε θέλει γνωρίσει πῶς καὶ ἡ χάρις τῶν ἁγιασμάτων θέλει ἐνεργήσει εἰς αὐτόν· καὶ ὄχι μόνον θέλει ἰδῇ τὴν ὑγείαν τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχικὴν χαρὰν καὶ εὐφροσύνην θέλει ἀποκτήσει, ὡσὰν ὁποὺ θέλει ὑγιάνει, μάλιστα κατὰ τοῦτο τὸ κυριώτερον, τὸ πνευματικὸν μέρος. Ὅτι καὶ τὰ θαύματα, καὶ αἱ θεραπεῖαι διὰ τοῦτο καὶ μόνον γίνονται, ἤγουν διὰ νὰ λαμβάνῃ ὁ καθεὶς ἀφορμὴν νὰ στερεώνεται μᾶλλον εἰς τὸ ἀγαθόν, νὰ ποθῇ τὰ οὐράνια καὶ αἰώνια, καὶ νὰ γένῃ πιστὸς δοῦλος Χριστοῦ. Ὅθεν καὶ πρὸ τῆς θεραπείας χρειάζεται ἡ πίστις καὶ ἡ μετάνοια· διότι χωρὶς τούτων τῶν δύο, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ κανεὶς θεραπείας· καὶ ὕστερον ἀπὸ τὴν θεραπείαν πάλιν ἡ μὲν πίστις νὰ περισσεύῃ εἰς τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον καὶ νὰ ἀπομακρύνεται ὅσον δύναται ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἢ μᾶλλον νὰ μὴν ἁμαρτάνῃ πλέον· καὶ γάρ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν θεραπεύων τοὺς ἀσθενεῖς, μολονότι ἡ θεία του δύναμις τοὺς ἰάτρευεν, ὅμως εἰς οὐδένα αὐτῶν εἶπεν· Ἐγὼ σὲ ἔσωσα· ἀλλ᾿ ἔλεγεν· Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· ἤγουν ὡσὰν νὰ ἔλεγε· διὰ τὴν πίστιν σου σὲ ἔσωσα· καὶ μετὰ τὴν θεραπείαν, ἐντολὴν ἔδιδεν εἰς τοὺς ἰατρευομένους, νὰ μὴν ἁμαρτάνουν τοῦ λοιποῦ· λέγων· Ἴδε, ὑγιὴς γέγονας, μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν τι σοὶ γένηται. Ἄρά γε ποῖον νὰ ἦτον αὐτὸ τὸ χειρότερον, ὁποὺ ἤθελε τοὺς ἀκολουθήσῃ; Καμμία ἀσθένεια σωματική; Τύφλωσις δηλαδή; Χωλότης; Θλᾶσις μελῶν; Ὑδρώπικας; Καρκῖνοι; Ἢ ἄλλα τοιαῦτα, καὶ χείρονα τούτων πάθη; Ὄχι, ὄχι! Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ χειρότερον. Ὅτι δὲν ἐταπείνωσεν ὁ Πολυεύσπλαγχνος Θεὸς τὸν ἑαυτόν του τόσον πολλά, ὁποὺ νὰ συγκατέβῃ καὶ μέχρι δούλου μορφῆς, καὶ νὰ γένῃ ὑπόδικος θανάτου κατηραμένου καὶ ταφῆς, διὰ νὰ ἰατρεύσῃ φθαρτὰ κορμία, τὰ ὁποῖα καὶ πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν φθορὰν νὰ καταντήσουν. Οὐδαμῶς, οὐδαμῶς. Δὲν ἔκαμε τὴν τοιαύτην ἄῤῥητον, καὶ Ἀγγέλοις ἀγνώριστον, ἀδελφοί μου ἀγαπημένοι, Οἰκονομίαν διὰ τοῦτο, ὥστε ἰατρεύωντας δηλαδὴ τοὺς ἀσθενεῖς νὰ τοὺς φοβερίζῃ καὶ νὰ τοὺς λέγῃ· Ἐὰν πάλιν ἁμαρτήσουν, θέλουσι τοὺς γίνῃ χειρότερα. Ἀλλὰ μὲ τὸ χειρότερον τοῦτο φανερώνει τὴν αἰώνιον κόλασιν, τὴν ἀληθῶς πάντων τῶν κακῶν χειροτέραν καὶ χαλεπωτέραν, ὡσὰν ὁποὺ εἶναι αἰώνιος καὶ ἀτελεύτητος, καὶ ὑστερημένη πάσης θείας παρηγορίας. Ἀπὸ αὐτὸ λοιπὸν τὸ κακόν, καὶ παντὸς χαλεποῦ χαλεπώτερον, καὶ φοβερώτατον, βουλόμενος ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν ἅπαξ δουλωθέντα εἰς τὸν διάβολον ἄνθρωπον, ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν μέχρι δούλου μορφῆς. Ἐνυβρίσθη, ἐνεπαίχθη, ἀτιμάσθη, θάνατον σταυρικὸν καὶ εἰς καταδίκους πρέποντα, καὶ ταφὴν ὑπάμεινε, γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα, διὰ νὰ λύσῃ τὸ ἡμῶν κατάκριμα, διὰ νὰ σχίσῃ τὸ ἐδικόν μας χειρόγραφον, διὰ νὰ μᾶς ἀνεβάσῃ εἰς τὴν προτέραν, ἢ νὰ εἰπῷ καλλιώτερον, καὶ μεγαλυτέραν τῆς πρώτης τιμήν. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ ὑπερφυᾶ ἐκεῖνα σημεῖα ἐτέλει, διὰ νὰ γνωρίσουν δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι αὐτὸν τὸν ἐλευθερωτήν τους, τὸν Σωτῆρα τους, τὸν Θεόν, καὶ εὐεργέτην τους, καὶ νὰ πεισθοῦν εἰς τοὺς λόγους του, ν᾿ ἀφήσουν τὰς σατανικὰς ἐργασίας, νὰ στρέψουν εἰς τὸ ἀγαθόν, καὶ οὕτω νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὸ αἰώνιον κακόν, τὸ παντὸς κακοῦ κάκιστον, τὴν κόλασιν. Τοῦτο διψῶσα καὶ ἡ Πολυεύσπλαγχνος Δέσποινα, ἡ Μήτηρ Αὐτοῦ τοῦ Πολυελέου Θεοῦ, καὶ πάντες οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι καὶ διάκονοι, καὶ οἱ Ἅγιοι καὶ δίκαιοι αὐτὸ ὀρεγόμενοι, κάμνουν εἰς ἡμᾶς τὰ σημεῖα, πάντως διὰ νὰ μᾶς τραβήξουν εἰς τὸ αἰώνιον καλόν, καὶ νὰ μᾶς κάμουν συμμετόχους τῆς Οὐρανίου κληρουχίας. Λοιπὸν καὶ πᾶς πιστὸς προσερχόμενος εἰς τὰ χαριτωμένα Ἁγιάσματα ἂς πλυθῇ πρῶτον ἀπὸ τὸν ψυχικὸν μολυσμὸν μὲ τὴν Ἁγίαν ἐξομολόγησιν, ἂς μετανοήσῃ, ἐξ ὦν ἔπραξεν ἀτόπων, καὶ ἔργων σατανικῶν, ἂς ἐπιστρέψῃ εἰς τὰ καλά, ἂς ἀγαπήσῃ τὰς χρηστὰς καὶ ἐλαφρὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ οὕτως ἂς προσέλθῃ μὲ πίστιν καὶ εὐλάβειαν, καὶ θέλει εὕρει ἐκεῖνο ὁποὺ ἐπιθυμεῖ· θέλει ἀξιωθῇ ὁμοῦ καὶ τῆς ψυχικῆς καὶ σωματικῆς θεραπείας· καὶ οὕτω θεαρέστως πολιτευόμενος θέλει γένει συγκοινωνὸς τῶν Ἁγίων εἰς τὴν οὐράνιον καὶ αἰώνιον μακαριότητα. Ἐν ὅσῳ θὰ ὑπάρχῃ πίστις, δὲν θὰ παύσουν τὰ θαύματα. Ἐν ὅσῳ ὑπάρχουν Χριστιανοὶ ἔχοντες πίστιν, διότι Χριστιανοὶ ὑπάρχουν πολλοί, Χριστιανοὶ ὅμως ὀνόματι καὶ πράγματι, κατ᾿ οὐσίαν καὶ μὲ πίστιν, ὀλίγοι ὑπάρχουν. Ἐν ὅσῳ λέγω, ὑπάρχουν Χριστιανοὶ μὲ πίστιν, τὰ θαύματα θὰ γίνωνται, καθὼς καὶ βλέπομεν ὅτι δὲν ἔπαυσαν νὰ γίνωνται πανταχοῦ, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς ἐσχάταις αὐταῖς ἡμέραις, ἐν Τήνῳ ἐν τῷ πανσέπτῳ Ναῷ τῆς Εὐαγγελιστρίας. Ὅταν ὅμως καὶ αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι Χριστιανοὶ ἐκλείψουν, τότε θὰ παύσουν τὰ θαύματα. Σὺ δέ, ὦ Πανάχραντε Θεοτόκε, πρὸς σὲ τὴν Πολυεύσπλαγχνον στρέφω τὸν λόγον, Ζωοδόχε Θεία Πηγή, ἡ ἀεννάως ἐκβλύζουσα νάματα σωτήρια, ἔκχεον τὰ ῥεῖθρα τοῦ θείου Σου ἐλέους ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς· πότισον τὰς ἐκτακείσας τῷ καύσωνι τῆς ἁμαρτίας ψυχὰς ἡμῶν· δρόσισον τῷ δροσισμῷ τῆς Σῆς χάριτος. Πλῦνον καὶ κάθαρον αὐτάς, τῇ Μητρικῇ Σου εὐσπλαγχνία καὶ ἴασαι καὶ ζωοποίησον διὰ τῶν Σῶν ζωηῤῥύτων ναμάτων, ἵνα τῇ μητρικῇ Σου πρὸς ἡμᾶς ἀγάπῃ καὶ συμπαθείᾳ καὶ τῇ πρὸς τὸν Υἱόν Σου καὶ Θεὸν πρὸς ἡμᾶς ἀγάπῃ καὶ συμπαθείᾳ καὶ τῇ πρὸς τὸν Υἱόν Σου καὶ Θεὸν ὑπὲρ ἡμῶν μεσιτείᾳ ἀξιωθῶμεν ἀκινδύνως διαπλεῦσαι τὸ πέλαγος τῆς παρούσης ζωῆς καὶ ἐλλιμενισθῶμεν εἰς τὸν ἀκύμαντον λιμένα τοῦ Παραδείσου, καὶ ἀπολαύσωμεν τῶν ἀτελευτήτων ἀγαθῶν, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν. ᾯ ἡ δόξα, καὶ τὸ κράτος, καὶ ἡ τιμή, καὶ ἡ προσκύνησις σὺν τῷ Ἀνάρχῳ καὶ Παναιτίῳ Αὐτοῦ Πατρί, καὶ τῷ Παναγίῳ καὶ Ὁμοουσίῳ καὶ Ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

ὑπὸ τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Φιλοθέου Ζερβάκου (†1980)


Εισόδια της Θεοτόκου

 Η ευσεβής Άννα σύζυγος του Ιωακείμ, πέρασε τη ζωή της χωρίς να μπορέσει να τεκνοποιήσει, καθώς ήταν στείρα. Μαζί με τον Ιωακείμ προσευχόταν θερμά στον Θεό να την αξιώσει να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, με την υπόσχεση ότι θα αφιέρωνε το τέκνο της σε Αυτόν. Πράγματι, ο Πανάγαθος Θεός όχι μόνο της χάρισε ένα παιδί, αλλά την αξίωσε να φέρει στον κόσμο τη γυναίκα που θα γεννούσε το Μεσσία, το Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Όταν η Παναγία έγινε τριών χρόνων, σύμφωνα με την παράδοση, η Άννα και ο Ιωακείμ, κρατώντας την υπόσχεσή τους, την οδήγησαν στο Ναό και την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία. Ο αρχιερέας παρέλαβε την Παρθένο Μαρία και την οδήγησε στα Άγια των Αγίων, όπου δεν έμπαινε κανείς εκτός από τον ίδιο, επειδή γνώριζε έπειτα από αποκάλυψη του Θεού το μελλοντικό ρόλο της Αγίας κόρης στην ενανθρώπιση του Κυρίου. Στα ενδότερα του Ναού η Παρθένος Μαρία έμεινε δώδεκα χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα ο αρχάγγελος Γαβριήλ προμήθευε την Παναγία με τροφή ουράνια. Εξήλθε από τα Άγια των Αγίων, όταν έφθασε η ώρα του Θείου Ευαγγελισμού.

 Η Θεία Λειτουργία από τον Ιερό Προσκυνηματικό Ναό του Ευαγγελιστού Λουκά στη Θήβα

ΠΡΟΚΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - Ἐγκώμιον εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον

«Ἡ Θεοτόκος καὶ ὁ Χριστός». Ἐκδ. Ἐπέκταση, Κατερίνη 1998)

Α´.-. Ἀδελφοί, καλεῖ σήμερα τὴ γλώσσα μας γιὰ ἐγκωμιασμὸ τὸ πανηγύρι τῆς Παρθένου Μαρίας. Καὶ ἡ γιορτὴ αὐτὴ προξενεῖ ὠφέλεια στοὺς συγκεντρωμένους, καὶ πολὺ εὔλογα, διότι ἔχει γιὰ ὑπόθεσή της τὴν ἁγνότητα, καὶ ἡ Παρθένος Μαρία ποὺ γιορτάζει εἶναι τὸ καύχημα ὅλων τῶν γυναικῶν καὶ ἡ δόξα, διότι εἶναι καὶ Μητέρα καὶ Παρθένος.

Πολὺ ἀγαπητὴ καὶ ἐξαίσια εἶναι αὐτὴ ἡ σύναξη. Διότι ἡ ξηρὰ κι᾿ ἡ θάλασσα φέρνουν δῶρα στὴν Παρθένο. Ἡ μὲν θάλασσα γαλήνια ἁπλώνει τὴν πλάτη της στὰ πλοῖα, ἡ δὲ ξηρὰ δὲν φέρνει κανένα ἐμπόδιο στὰ βήματα τῶν πεζοπόρων.

Ἂς σκιρτᾷ ἡ φύση, κι᾿ ἂς ἀγάλλεται τὸ ἀνθρώπινο γένος, διότι τιμῶνται οἱ γυναῖκες. Ἂς χορεύει ἡ ἀνθρωπότητα, διότι δοξάζονται οἱ Παρθένες. Διότι «ὅπου πολλαπλασιάθηκε ἡ ἁμαρτία, ἐκεῖ ξεχείλισε ἡ χάρη».

Μᾶς κάλεσε ὅλους μαζὶ ἐδῶ, ἡ Ἁγία Θεοτόκος καὶ Παρθένος Μαρία, τὸ ἀμόλυντο κειμήλιο τῆς παρθενίας, ὁ λογικὸς παράδεισος τοῦ δευτέρου Ἀδὰμ –τοῦ Χριστοῦ–, τὸ ἐργαστήριο ὅπου ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις –ἡ θεία καὶ ἡ ἀνθρωπίνη–, τὸ πανηγύρι τῆς συναλλαγῆς ποὺ ἔφερε τὴ σωτηρία, ὁ νυφικὸς θάλαμος, στὸν ὁποῖον ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ νυμφεύθηκε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, ὁ ζωντανὸς βάτος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τὸν ὁποῖον δὲν κατέκαυσε ἡ φωτιὰ τοῦ θείου τοκετοῦ, ἡ πραγματικὴ ἐλαφρὰ νεφέλη ποὺ βάσταζε μὲ σῶμα Αὐτὸν ποὺ κάθεται ἐπάνω στὰ Χερουβίμ, τὸ καθαρότατο ποκάρι τοῦ μαλλιοῦ ποὺ κράτησε τὴν οὐράνια βροχή, ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο ὁ ποιμένας ντύθηκε τὸ πρόβατο.

Ἡ Μαρία, ἡ δούλη καὶ Μητέρα, ἡ Παρθένος καὶ οὐρανός, ἡ μόνη γέφυρα τοῦ Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους, ὁ φοβερὸς ἀργαλειὸς τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας, στὸν ὁποῖο ὑφάνθηκε μὲ ἀνέκφραστο τρόπο, ὁ χιτώνας τῆς ἑνώσεως, στὸν ὁποῖον ὑφαντουργὸς μὲν εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ὑφάντρια ἡ δύναμη ποὺ ἐπισκίασε ἀπὸ τὰ ὕψη, μαλλὶ πάλι τὸ παλαιὸ δέρμα τοῦ Ἀδάμ, ὑφάδι ἡ ἀμόλυντη σάρκα τῆς Παρθένου, σαΐτα ἡ ἀμέτρητη χάρη τοῦ Χριστοῦ ποὺ φόρεσε τὴ σάρκα καὶ τεχνίτης ὁ Λόγος ποὺ διὰ τῆς ἀκοῆς εἰσῆλθε μέσα στὴν Παρθένο. Ποιός εἶδε, ποιός ἄκουσε, ὅτι ὁ Θεὸς μὲ ἀπερίγραπτο τρόπο κατοίκησε σὲ μήτρα, καὶ Ἐκεῖνον ποὺ ὁ οὐρανὸς δὲν τὸν χωρεῖ, ἡ κοιλιὰ δὲν Τὸν στενοχωρεῖ;

Β´.-. Ὅμως γεννήθηκε ἀπὸ γυναίκα, ὄχι μόνο Θεός, οὔτε μόνο ἄνθρωπος. Κι᾿ Αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε, ἀνέδειξε τὴν παλιὰ πόρτα τῆς ἁμαρτίας, σὲ πύλη τῆς σωτηρίας. Διότι ὅπου τὸ φίδι μέσω τῆς παρακοῆς ἔρριξε τὸ δηλητήριο, ἀπὸ ἐκεῖ μπαίνοντας ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ὑπακοή, ἔπλασε τὸν ζωντανό Του ναό. Ἀπὸ ὅπου προέκυψε ὁ πρῶτος Κάϊν τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ ἐκεῖ βλάστησε χωρὶς σπορὰ ὁ λυτρωτὴς τοῦ γένους, ὁ Χριστός. Δὲν τὸ θεώρησε ντροπὴ ὁ φιλάνθρωπος τὸ νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ γυναίκα, διότι ἐπρόκειτο γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων.

Δὲν μολύνθηκε μὲ τὸ νὰ κατοικήσει σὲ μήτρα τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος δὲν θεώρησε ὑβριστικὸ νὰ δημιουργήσει. Ἐὰν ἡ Μητέρα δὲν ἔμενε Παρθένος, Αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε θὰ ἦταν μόνο ἄνθρωπος καὶ δὲν θὰ ἦταν παράδοξος ὁ τοκετός. Ἐφόσον ὅμως μετὰ τὸν τοκετὸ ἔμεινε Παρθένος, πῶς Αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε δὲν εἶναι Θεός, καὶ τὸ Μυστήριο ἀνέκφραστο; Ἐκεῖνος γεννήθηκε ἀπερίγραπτος, ὁ Ὁποῖος –μετὰ τὴν ἀνάστασή Του– χωρὶς ἐμπόδια μπῆκε ὅταν οἱ πόρτες ἦταν κλεισμένες, καὶ τοῦ Ὁποίου τὴν ἕνωση τῶν φύσεων βλέποντας ὁ Θωμᾶς ἐκραύγασε: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου».

Γ´.-. Μὴ θεωρήσεις ντροπὴ τὸν τοκετό, ἄνθρωπε, διότι αὐτὸς ἔγινε γιὰ ἐμᾶς ἀφορμὴ σωτηρίας. Διότι ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν γεννιόταν ἀπὸ γυναίκα, δὲν θὰ πέθαινε. Καὶ ἐὰν δὲν πέθαινε, δὲν θὰ καταργοῦσε μὲ τὸν θάνατό Του «αὐτὸν ποὺ εἶχε τὴν ἐξουσία τοῦ θανάτου, δηλαδὴ τὸν διάβολο». Δὲν εἶναι ὑβριστικὸ γιὰ τὸν ἀρχιτέκτονα νὰ μείνει στὸ οἴκημα, ποὺ ὁ ἴδιος οἰκοδόμησε. Δὲν μολύνει ὁ πηλὸς τὸν ἀγγειοπλάστη, ὅταν ἀνακαινίζει τὸ σκεῦος ποὺ ἔπλασε. Ἔτσι δὲν μολύνει τὸν ἄχραντο Θεὸ τὸ νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ παρθενικὴ κοιλιά. Διότι, ἐὰν δὲν μολύνθηκε ὅταν τὴν ἔπλαθε, δὲν μολύνθηκε καὶ ὅταν γεννήθηκε ἀπὸ αὐτήν.

Ὤ κοιλιά, μέσα στὴν ὁποία συντάχθηκε τὸ συμβόλαιο τῆς ἐλευθερίας μας! Ὢ κοιλιά, μέσα στὴν ὁποία κατασκευάσθηκε τὸ ἐναντίον τοῦ διαβόλου ὅπλο! Ὤ γῆ στὴν ὁποία, χωρὶς σπορὰ ἔκανε νὰ βλαστήσει τὸ σιτάρι ὁ γεωργὸς τῆς φύσεως! Ὤ ναέ, μέσα στὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἔγινε ἱερέας, ὄχι μεταβάλλοντας τὴ φύση, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ ντυθεῖ ἀπὸ εὐσπλαγχνία αὐτόν, ποὺ ἦταν κατὰ τὴν τάξη Μελχισεδέκ. «Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε» ἔστω κι᾿ ἂν ἀπιστοῦν οἱ Ἰουδαῖοι. Ὁ Θεὸς φόρεσε μορφὴ ἀνθρώπου πραγματικά, ἔστω κι᾿ ἂν διακωμωδοῦν τὸ θαῦμα οἱ εἰδωλολάτρες – Ἕλληνες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ φώναζε ὁ Παῦλος: «Γιὰ τοὺς Ἰουδαίους εἶναι σκάνδαλο καὶ ἀνοησία γιὰ τοὺς Ἕλληνες». Δὲν γνώρισαν τὴ δύναμη τοῦ μυστηρίου, ἐπειδὴ τὸ θαῦμα εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὸ λογικὸ τοῦ ἀνθρώπου. «Διότι ἐὰν τὸ γνώριζαν, δὲν θὰ σταύρωναν τὸν Κύριο τῆς δόξης».

Ἐὰν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν κατοικοῦσε στὴν κοιλιά, δὲν θὰ καθόταν ἡ ἀνθρώπινη σάρκα ἐπάνω στὸν ἅγιο θρόνο. Ἐὰν γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι ὑβριστικὸ νὰ ἔλθει στὴ μήτρα τὴν ὁποία ἔπλασε, εἶναι ἑπομένως ὑβριστικὸ καὶ νὰ ὑπηρετεῖ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ἐὰν εἶναι γιὰ τὸν Θεὸ ὑβριστικὸ τὸ νὰ ὑπηρετεῖ τοὺς ἀνθρώπους, δὲν θὰ γινόταν γιὰ ἐμᾶς φτωχὸς Αὐτὸς ποὺ ἦταν πλούσιος.

Δ´.-. Ὄντας ἀπὸ τὴ φύση ἀπαθής, ἔγινε ἀπὸ εὐσπλαχνία πολυπαθής. Ὁ Χριστὸς δὲν ἔγινε προοδευτικὰ Θεός. Μὴ γένοιτο! Ἀλλὰ ὄντας Θεός, ἀπὸ εὐσπλαχνία ἔγινε ἄνθρωπος, ὅπως πιστεύουμε. Δὲν κηρύττουμε ἄνθρωπο ποὺ ἀποθεώθηκε, ἀλλὰ ὁμολογοῦμε Θεὸ ποὺ σαρκώθηκε. Μητέρα Του ἔκανε τὴ δούλη Του, Αὐτὸς ποὺ στὴν οὐσία Του –ὡς Θεὸς– εἶναι χωρὶς μητέρα, καὶ κατ᾿ οἰκονομία ἐπάνω στὴ γῆ –ὡς ἄνθρωπος– χωρὶς πατέρα. Διότι πῶς ὁ Ἴδιος ἀπὸ τὸν Παῦλο λέγεται «ἀπάτωρ καὶ ἀμήτωρ»; Ἐὰν ἦταν μόνο ἄνθρωπος δὲν θὰ ἦταν χωρὶς μητέρα, διότι ἔχει μητέρα. Ἐὰν ἦταν μόνο Θεός, δὲν θὰ ἦταν χωρὶς πατέρα, διότι ἔχει Πατέρα. Τώρα ὅμως ὁ ἴδιος εἶναι μὲν χωρὶς μητέρα, ὡς δημιουργός, καὶ χωρὶς πατέρα ὡς ἄνθρωπος.

Ε´.-. Σεβάσου, τουλάχιστον, ἄνθρωπέ μου, τὸ ὄνομα τοῦ Ἀρχαγγέλου. Διότι αὐτὸς ποὺ ἔφερε τὴν καλὴ ἀγγελία στὴ Μαρία λεγόταν Γαβριήλ. Καὶ τί σημαίνει Γαβριήλ; Μάθε ἀκούοντας, ὅτι σημαίνει «Θεὸς καὶ ἄνθρωπος». Ἐφόσον Ἐκεῖνος τοῦ Ὁποίου εὐαγγελίσθηκε τὴ γέννηση, εἶναι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, τὸ ὄνομα πρόλαβε τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ βεβαιώσει τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας.

Μάθε πρῶτα τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας καὶ τὴν αἰτία τῆς παρουσίας Του, καὶ τότε δόξασε τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ ποὺ σαρκώθηκε, ἐπειδὴ τὸ ἀνθρώπινο γένος χρεωστοῦσε πολλὰ ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, καὶ δὲν ἤξερε πῶς νὰ ἐξωφλήσει τὸ χρέος, διότι διὰ τοῦ Ἀδὰμ ὅλοι ὑπογράψαμε γραμμάτιο πρὸς τὴν ἁμαρτία. Μᾶς εἶχε δούλους ὁ διάβολος καὶ περιέφερε τὰ χρέη μας χρησιμοποιώντας ἀντὶ γιὰ χαρτὶ τὸ πολυπαθὲς σῶμα μας. Εἶχε σταθεῖ ὁ κακὸς πλαστογράφος τῶν παθῶν, δείχνοντας ἀπειλητικὰ τὸ χρέος μας, καὶ ἀπαιτώντας τὴν καταδίκη μας.

Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ συμβεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο. Ἢ ὅλοι νὰ ὁδηγηθοῦν στὸν καταδικαστικὸ θάνατο, ἐπειδὴ καὶ ὅλοι ἁμάρτησαν, ἢ νὰ δοθεῖ τέτοια πληρωμὴ γιὰ ἀντίκρυσμα, ὥστε νὰ δίνει αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ κάθε χρέος. Ἄνθρωπος μέν, λοιπόν, νὰ σώσει αὐτὴ τὴν κατάσταση δὲν μποροῦσε, διότι εἶχε κι᾿ αὐτὸς ἐπάνω του τὸ χρέος τῆς ἁμαρτίας. Καὶ Ἄγγελος δὲν εἶχε τὴ δύναμη νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀνθρωπότητα, διότι δὲν εἶχε ἕνα τέτοιο λύτρο. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ πεθάνει γιὰ χάρη τῶν ἁμαρτωλῶν ὁ ἀναμάρτητος Θεός, διότι ἀπέμενε μόνον αὐτὴ ἡ λύση τοῦ κακοῦ.

ΣΤ´.-. Τί ἔγινε; Αὐτὸς ποὺ ἐκ τοῦ μηδενὸς ἔδωσε ὕπαρξη σ᾿ ὅλα τὰ δημιουργήματα, Αὐτὸς ποὺ δὲν στερεῖται τὰ ὅσα θέλει νὰ δώσει, βρῆκε ἀσφαλέστατη ζωὴ γιὰ τοὺς καταδίκους, καὶ εὐπρεπέστατη ἐλευθερία ἀπὸ τὸν θάνατο. Καὶ γίνεται ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν Παρθένο, ὅπως Αὐτὸς γνωρίζει –διότι τὸ θαῦμα δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξηγήσει λόγος– καὶ πεθαίνει –κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση–, ποὺ προσέλαβε. Καὶ τὸ ὅ,τι ὑπῆρχε, δηλαδὴ ἡ Θεότητα, ἀπελευθερώνει τὸν ἄνθρωπο σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο ποὺ λέει: «Μᾶς λύτρωσε μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, συγχώρεσε τὶς ἁμαρτίες μας».

Ὤ τί μεγάλα γεγονότα! Γιὰ χάρη ἄλλων διαπραγματεύθηκε τὴν ἀθανασία, διότι Αὐτὸς ἦταν ἀθάνατος. Ἄλλος μ᾿ αὐτὲς τὶς ἰδιότητες καὶ τὸ ἔργο οὔτε ὑπάρχει, οὔτε ὑπῆρχε, οὔτε θὰ ὑπάρξει ποτέ, παρὰ μόνον ὁ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ Παρθένο. Αὐτὸς εἶχε ἀξία ὄχι μόνο ἴση πρὸς τὸν μεγάλο ἀριθμὸ τῶν καταδίκων –ἀνθρώπων–, ἀλλὰ καὶ τὸν ξεπερνοῦσε πάρα πολύ. Μὲ τὸ νὰ εἶναι δημιουργὸς ἔχει παντοδυναμία. Μὲ τὸ νὰ εἶναι φιλεύσπλαχνος φανέρωσε τὴν ἀνυπέρβλητη συμπάθειά Του. Μὲ τὸ νὰ εἶναι ἀρχιερέας, εἶναι ἀξιόπιστος γιὰ νὰ παρουσιάζεται στὸν πατέρα Του ὡς μεσίτης μας.

Σ᾿ ὅλα αὐτὰ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ κανεὶς ποτὲ ἴσο, ἢ παραπλήσιο, ποὺ νὰ τὰ ἰσοφαρίσει. Βλέπε τὴ φιλανθρωπία Του. Μὲ τὸ νὰ καταδικασθεῖ μὲ τὴ θέλησή Του, ἀκύρωσε τὴν ἐναντίον τῶν σταυρωτῶν Του καταδίκη, καὶ μετέτρεψε τὴν ἀνομία τῶν φονέων Του, σὲ σωτηρία αὐτῶν ποὺ ἀνόμησαν.

Ζ´.-. Ἡ σωτηρία, λοιπόν, δὲν ἦταν ἔργο ἑνὸς ἁπλοῦ ἀνθρώπου, διότι κι᾿ αὐτὸς εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ σωτήρα ὅπως λέει ὁ Παῦλος: «Ὅλοι ἁμάρτησαν καὶ στεροῦνται τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ» καὶ τὰ λοιπά. Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ ἁμαρτία ὁδηγοῦσε στὸν διάβολο τὸν ἁμαρτωλό, καὶ ὁ διάβολος τὸν παρέπεμπε στὸν θάνατο, ἑπομένως ἡ κατάστασή μας ἐξωθούνταν πρὸς μέγιστο κίνδυνο, καὶ ἦταν ἀδύνατη ἡ ἀπαλλαγὴ μας ἀπὸ τὸν θάνατο. Οἱ ἀπεσταλμένοι προφῆτες ὡς γιατροὶ τὸ διαπίστωναν αὐτό. Τί ἔγινε λοιπόν; Ὅταν εἶδαν οἱ προφῆτες ὅτι τὸ τραῦμα ἦταν μεγαλύτερο ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη τέχνη, ἔκραξαν πρὸς τὸν γιατρὸ ποὺ κατοικοῦσε στὸν οὐρανό. Καὶ ὁ μὲν ἕνας ἔλεγε: «Γεῖρε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβα».

Ἄλλος ἔλεγε: «Θεράπευσέ με, Κύριε, καὶ θὰ θεραπευθῶ». Ἄλλος: «Χρησιμοποίησε τὴ δύναμή Σου καὶ ἔλα νὰ μᾶς σώσεις». Ἄλλος: «Πραγματικά, θὰ κατοικήσει ὁ Θεὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους»;. Ἄλλος: «Ἀλοίμονο χάθηκε κάθε εὐλαβὴς ἀπὸ τὴ γῆ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος νὰ κατορθώνει τὴν ἀρετή». Ἄλλος: «Θεέ, πρόσεξε πὼς χρειάζομαι βοήθεια καὶ τρέξε νὰ μὲ βοηθήσεις». Ἄλλος: «Γρήγορα θὰ ἔρθει ὁ ἐρχόμενος καὶ δὲν θὰ ἀργήσει». Ἄλλος: «Πλανήθηκα σὰν τὸ χαμένο πρόβατο, ἀναζήτησε τὸν δοῦλο σου» ποὺ ἐλπίζει σ᾿ ἐσένα. Ἄλλος: «Ὁ Θεὸς θὰ ἔλθει φανερά, ὁ Θεός μας θὰ ἔλθει καὶ δὲν θὰ κρυφτεῖ». Δὲν παρέβλεψε, λοιπόν, τὴν ἀνθρώπινη φύση νὰ τυραννιέται γιὰ πολύ, Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση Του βασιλιάς.

 Δὲν τὴν ἄφησε ὁ εὔσπλαγχνος Θεὸς μέχρι τὸ τέλος ἐκτεθειμένη στὸν διάβολο, ἀλλὰ ἦλθε Αὐτὸς ποὺ εἶναι πάντοτε παρών, καὶ ἔδωσε λύτρο γιὰ μᾶς τὸ αἷμα Του. Καὶ ἔδωσε ὑπὲρ τοῦ γένους μας στὸν θάνατο, ἐκείνην τὴν σάρκα ποὺ τὴ φόρεσε ἀπὸ τὴν Παρθένο. Καὶ ἐξαγόρασε τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν κατάρα Τοῦ νόμου, καταργώντας μὲ τὸν θάνατό Του τὸν θάνατο. Καὶ φωνάζει ὁ Παῦλος γι᾿ αὐτό: «Ὁ Χριστὸς μᾶς ἐξαγόρασε ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ νόμου».

Η´.-. Δὲν εἶναι, λοιπόν, ἁπλὸς ἄνθρωπος, Ἰουδαῖε, Αὐτὸς ποὺ μᾶς ἐξαγόρασε, διότι ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶχε ὑποδουλωθεῖ στὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ οὔτε ἦταν Θεός, χωρὶς τὴν ἀνθρωπότητα. Διότι εἶχε σῶμα, Μανιχαῖε. Ἂν δὲν μὲ ντυνόταν, δὲν θὰ μὲ ἔσωζε. Ἀλλά, μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς Παρθένου, ντύθηκε τὸν κατάδικο Αὐτὸς ποὺ ἄλλοτε ἔβγαλε τὴν ἐναντίον του ἀπόφαση. Καὶ ἐκεῖ ἔγινε ἡ φοβερὴ συναλλαγή, ἀφοῦ δίνοντας πνεῦμα, ἔλαβε σάρκα. Ὁ Ἴδιος ποὺ ἦταν μὲ τὴν Παρθένο ἦταν Αὐτὸς ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν Παρθένο. Διότι ὁ Ἴδιος καὶ τὴν ἐπισκίασε καὶ σαρκώθηκε ἀπὸ αὐτή. Ἐὰν ἦταν ἄλλος ὁ Χριστὸς καὶ ἄλλος ὁ Θεὸς Λόγος, δὲν εἶναι Τριάδα, ἡ Ἁγία Τριάδα, ἀλλά, σύμφωνα μ᾿ ἐσένα, αἱρετικέ, εἶναι τετράδα. Μὴ σχίσεις τὸν χιτώνα τῆς σωτηρίας ποὺ ὑφάνθηκε στὸν οὐρανό. Μὴ γίνεις μαθητὴς τοῦ Ἀρείου. Διότι ἐκεῖνος ἀσεβώντας χωρίζει τὴν οὐσία. Ἐσὺ μὴ χωρίζεις τὴν ἕνωση –τῶν δύο φύσεων– γιὰ νὰ μὴ χωρισθεῖς ἀπὸ τὸν Θεό.

Πές μου: Ποιός εἶναι ἐκεῖνος ποὺ φώτισε ὅσους κάθοταν στὸ σκοτάδι καὶ στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου; Ἄνθρωπος; Καὶ πῶς μποροῦσε –νὰ τὸ κάνει αὐτὸ– ζώντας ὁ ἴδιος μέσα στὸ σκοτάδι, ὅπως λέει ὁ Παῦλος: «Ὁ ὁποῖος μᾶς γλύτωσε ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ σκότους;» «Εἴμασταν κάποτε σκοτάδι» σύμφωνα μὲ τὸ γραμμένο «τώρα ὅμως, ποὺ πιστέψαμε στὸν Κύριο, εἴμαστε φῶς». Ποιός, λοιπόν, μᾶς φώτισε; Σὲ διδάσκει ὁ Δαβὶδ ὅταν λέει: «Εἶναι εὐλογημένος Αὐτὸς ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου». Ποιός εἶναι αὐτός; Πές το, Δαβίδ, φανερά. «Φώναξε μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη καὶ μὴ λυπηθεῖς. Ὕψωσε τὴ φωνή σου σὰν τὴ σάλπιγγα». Πές μας, ποιός εἶναι αὐτός; «Εἶναι ὁ Κύριος» –λέει ὁ Δαβὶδ– «ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων». «Θεὸς εἶναι ὁ Κύριος ποὺ μᾶς φώτισε». Διότι «ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ σαρκώθηκε». Ἑνώθηκαν οἱ δύο φύσεις, καὶ ἡ ἕνωσή τους ἔμεινε ἀσύγχυτη.

Θ´.-. Ἦλθε –ὁ Χριστὸς– γιὰ νὰ σώσει, ἀλλὰ ἔπρεπε καὶ νὰ πάθει. Πῶς, λοιπόν, ἦταν δυνατὸν νὰ γίνουν καὶ τὰ δύο; Ἁπλὸς ἄνθρωπος δὲν εἶχε τὴ δύναμη νὰ σώσει. Μόνο ὁ Θεὸς δὲν μποροῦσε νὰ πάθει. Τί ἔγινε, λοιπόν; Ὄντας Αὐτὸς Θεός, ὁ Ἐμμανουήλ, ἔγινε ἄνθρωπος. Καὶ ὡς Θεὸς ποὺ ἦταν, ἔσωσε, ὡς ἄνθρωπος ποὺ ἔγινε, ἔπαθε.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὅταν εἶδε πὼς ἡ συναγωγὴ τῶν Ἑβραίων τὸν στεφάνωσε μὲ τὰ ἀγκάθια, θρηνώντας γιὰ τὴν τόλμη ἔλεγε: «Θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, βγέστε νὰ δεῖτε τὸ στεφάνι μὲ τὸ ὁποῖο τὸν στεφάνωσε ἡ μητέρα Του». Διότι Αὐτὸς καὶ τὸ ἀγκάθινο φόρεσε στεφάνι καὶ ἀκύρωσε τὴν ἀπόφαση ποὺ ἔλεγε νὰ βγάζει ἡ γῆ ἀγκάθια. Ὁ Ἴδιος βρισκόταν καὶ στοὺς κόλπους τοῦ Πατέρα καὶ στὴν κοιλιὰ τῆς Παρθένου. Ὁ Ἴδιος βρισκόταν καὶ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Μητέρας Του καὶ «ἐπάνω στὰ φτερὰ τῶν ἀνέμων».

Ὁ Ἴδιος ἐπάνω στὸν οὐρανὸ προσκυνούνταν ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους καὶ κάτω στὴ γῆ ἔτρωγε μαζὶ μὲ τοὺς τελῶνες. Τὰ Σεραφεὶμ δὲν μποροῦσαν νὰ Τὸν ἀτενίσουν καὶ ὁ Πιλάτος τὸν ἀνέκρινε. Ὁ δοῦλος Τὸν ῥάπιζε καὶ ἡ κτίση ἔτρεμε. Αὐτὸς καρφωνόταν ἐπάνω στὸν Σταυρὸ κι᾿ ὁ δοξασμένος θρόνος Του δὲν εἶχε κενωθεῖ. Κλεινόταν μέσα στὸν τάφο, καὶ ὁ Ἴδιος ἅπλωνε τὸν οὐρανὸ σὰν νὰ ἦταν δέρμα. Θεωρούνταν σὰν νεκρὸς καὶ λαφυραγώγησε τὸν ἅδη. Ἐδῶ στὴ γῆ τὸν συκοφαντοῦσαν ὡς πλάνο, καὶ ἐκεῖ στὸν οὐρανὸ τὸν δοξολογοῦσαν –οἱ Ἄγγελοι– ὡς Ἅγιο.

Ι´.-. Ὢ τί μεγάλο μυστήριο! Βλέπω τὰ θαύματα καὶ Τὸν ἀνακηρύττω Θεό. Βλέπω τὰ πάθη καὶ δὲν ἀρνοῦμαι πὼς εἶναι ἄνθρωπος. Ἀλλὰ ὁ Ἐμμανουήλ, ἄνοιξε τὶς πύλες τῆς φύσεως ὡς ἄνθρωπος, ὡς Θεὸς ὅμως δὲν διέρρηξε τὶς κλειδαριὲς τῆς παρθενίας. Καὶ ἔτσι βγῆκε ἀπὸ τὴ μήτρα ὅπως μπῆκε διὰ τῆς ἀκοῆς. Γεννήθηκε ὅπως καὶ συνελήφθη στὴν κοιλιὰ τῆς Μητέρας Του.

Εἰσῆλθε χωρὶς πάθος καὶ βγῆκε μὲ ἀπερίγραπτο τρόπο, σύμφωνα μὲ τὸν Προφήτη Ἰεζεκιὴλ ποὺ ἔλεγε: «Καὶ μὲ ἔφερε πάλι στὸν δρόμο τῆς πύλης ποὺ ὁδηγεῖ στὰ ἅγια, σ᾿ αὐτὴν ποὺ βλέπει πρὸς τὴν ἐξωτερικὴ ἀνατολικὴ πύλη, κι αὐτὴ ἦταν κλειστή. Καὶ μοῦ εἶπε ὁ Κύριος: Υἱὲ ἀνθρώπου αὐτὴ ἡ πύλη θὰ εἶναι κλειστή, καὶ δὲν θὰ ἀνοιχτεῖ. Κανένας δὲν θὰ περάσει μέσα ἀπ᾿ αὐτήν, διότι ὁ Κύριος καὶ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ μόνον θὰ μπεῖ καὶ θὰ βγεῖ, καὶ ἡ πύλη θὰ εἶναι κλειστή».

Νά ἡ φανερὴ ἀπόδειξη –τῆς παρθενίας– τῆς ἁγίας Θεοτόκου Μαρίας. Ἂς διαλυθεῖ, λοιπόν, κάθε ἀντιλογία καὶ ἂς φωτιζόμαστε καλὰ μὲ τὴ γνώση τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ὥστε διὰ τοῦ Χριστοῦ νὰ ἐπιτύχουμε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Σ᾿ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δοξολογία στοὺς ἀτέλειωτους αἰῶνες. Ἀμήν.


Ἐμφανίσεις καὶ θαύματα τῆς Παναγίας

 

Πρόλογος

Ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἡ πρώτη μεταξὺ τῶν ἁγίων, ἦταν τὸ πρόσωπο τὸ «προκατηγγελμένον ὑπὸ τῶν Προφητῶν» καὶ «ἐκλελεγμένον ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν», γιὰ νὰ συνεργήσει στὸ μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Τὸ ὄνομα Μαρία, τὸ ὁποῖο δόθηκε στὴ Θεοτόκο «κατὰ πρόγνωσιν καὶ βουλὴν τοῦ Θεοῦ», ἑρμηνεύεται «Κυρία». Ὁ ἅγιος Νικόδημος δίνει στὸ ὄνομα τριπλὴ ἑρμηνεία: κυρία, φωτισμὸ καὶ θάλασσα, ποὺ δηλώνουν ἀντιστοίχως τὴ δύναμη, τὴ σοφία καὶ τὴν ἀγαθότητα τῆς Θεοτόκου. Ἀπὸ τὸν Πατέρα ἔλαβε τὴ δύναμη, γιὰ νὰ ἐκπληρώνει σὰν Μητέρα στὴ γῆ ἐκεῖνο ποὺ ἐκπληρώνει ὁ Θεὸς σὰν Πατέρας στὸν οὐρανό. Ἀπὸ τὸν Υἱὸ ἔλαβε τὴ σοφία σὰν Μητέρα Του, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ συμφιλιώνει τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ τὸ «Ἅγιο Πνεῦμα, τέλος, ἔλαβε τὴν ἀγαθότητα σὰν Νύμφη Του, γιὰ νὰ μεταδίδει τὰ πνευματικὰ χαρίσματα σὲ ὅλα τὰ κτίσματα.

Ἡ ἅγια ζωὴ τῆς Θεοτόκου, ἀπὸ αὐτὴ τὴ γέννησή της, εἶναι συνυφασμένη μὲ θαυμαστὰ γεγονότα καὶ γεμάτη ἀπὸ ἐξαιρετικὲς εὐλογίες. Μόνη αὐτή, ἀπ᾿ ὅλες τὶς γυναῖκες, γεννήθηκε ἐξ ἐπαγγελίας, δηλαδὴ ὕστερα ἀπὸ ἀγγελικὴ πρόρρηση.

Ὕστερα ἀπὸ τρία χρόνια ὁδηγήθηκε κατὰ θεία νεύση στὰ «Ἅγια τῶν Ἁγίων «ὡς τριετίζουσα δάμαλις», ὅπου, κατὰ τὸν Δαμασκηνὸ Ἰωάννη, «φυτευθεῖσα καὶ πιανθεῖσα τῷ Πνεύματι ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος, πάσης ἀρετῆς καταγώγιον γέγονεν». Ἐκεῖ ἡ Θεοτόκος Μαρία παρέμεινε δώδεκα χρόνια καὶ τρεφόταν ὑπερφυσικὰ μὲ οὐράνια τροφή. Τὴν ἑτοίμαζε ἔτσι ὁ Θεὸς γιὰ τὸ μεγάλο ὑπούργημα τῆς ἔνσαρκου οἰκονομίας. Τὴν ἑτοίμαζε γιὰ νὰ τὴν ἀναδείξει «κεχαριτωμένη», νὰ τὴν κοσμήσει δηλαδὴ μὲ ὅλα τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,

Ὅταν ἦρθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἄγγελος Κυρίου ἀποστέλλεται πρὸς τὴν Παρθένο καὶ τῆς εὐαγγελίζεται τὴ σύλληψη τοῦ Υἵού του Θεοῦ. Ἐκείνη ταπεινὰ καὶ ὑπάκουα δέχεται τὴν ὑψίστη τιμὴ καὶ «πλήρης Πνεύματος Ἁγίου» ἀναφωνεῖ: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, ὅτι ἔπεβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ». Μὲ καμία ἄλλη ἀρετὴ ἡ Θεοτόκος δὲν ἐϊλκνσε τόσο τὴ συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, ὅσο μὲ τὴν ταπείνωση. Αὐτὸς ποὺ ταπεινώθηκε μέχρι θανάτου σταυρικοῦ, πράγματι τέτοια ταπεινὴ μητέρα χρειαζόταν.

Ἡ πρωτοφανὴς αὐτὴ ταπείνωση, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο, δὲν ἔμενε μόνο ριζωμένη στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς της, ἀλλ᾿ ἀπὸ κεῖ ἀνάβλυζε καὶ πλημμύριζε καὶ στὸ πανάμωμο σῶμα της, στὶς κινήσεις, στὴν ἐνδυμασία, στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια της.

Τὴν ἄκρα ταπεινοφροσύνη τῆς Θεοτόκου συναγωνίζεται ἡ καθαρότητά της. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφέρει ὅτι ἡ Παναγία ὑπερέβαλλε ἀκόμη καὶ τοὺς ἀγγέλους στὴν καθαρότητα.

Πολλοὶ ἐπίσης ἀπὸ τοὺς Πατέρες συμφωνοῦν ὅτι ἡ Θεοτόκος ἦταν ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν ἁμαρτία. Ὁ στίχος τοῦ Ἄσματος «Ὅλη καλὴ ἡ πλησίον μου, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί», ταιριάζει καὶ χαρακτηρίζει ἀπόλυτα τὴν καθαρότητα τῆς Παρθένου.

Στὸν Εὐαγγελισμὸ ἡ Θεοτόκος ἀπαλλάσσεται, μὲ τὴν ἐπέλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κι ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κοινὸ ρύπο τῆς ἀνθρωπότητας, τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ἔτσι ἀξιώνεται νὰ γίνει θεῖο κατοικητήριο καὶ νὰ διακονήσει στὸ ὑπερφυσικὸ μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Τὸ μυστήριο αὐτὸ συντελεῖται χωρὶς νὰ φθείρει τὴν καθαρότητα τῆς Παρθένου, διότι ἡ Θεοτόκος συνέλαβε, ἔκυοφορησε καὶ ἐγέννησε τὸν Κύριο ἄσπορως καὶ ἄφθορως. Ἔτσι διατηρήθηκε παρθένος πρό, κατὰ καὶ μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Κυρίου, καὶ ἔμεινε Ἀειπάρθενος.

Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τῆς Παναγίας ἦταν μία διαρκὴς θεία δοξολογία. Ἀλλὰ καὶ ἡ μακαρία κοίμησή της ἦταν ἕνα ἀντάξιο ἐπισφράγισμα τῆς ζωῆς της.

Τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὸν ἐνταφιασμό της ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους «μετέστη πρὸς τὴν ζωήν», δηλαδὴ τὸ θεοδόχο σῶμα της μεταφέρθηκε στὸν οὐρανό, ὅπου εἶχε προπορευθεῖ ἡ ἁγία ψυχή της, καὶ ὅπου τώρα ἀπολαμβάνει τὴν ἐσχατολογικὴ ἀφθαρσία τῆς αἰωνιότητας.

Ὁ ἅγιος Μᾶρκος Ἐφέσου μελῳδεῖ ἐπιγραμματικὰ τὸ καταπληκτικὸ αὐτὸ γεγονός: «Νέκρωσιν ἡ τῆς ζωῆς Μήτηρ δέχεται, καὶ τάφῳ τεθεῖσα μετὰ τρίτην ἡμέραν εὐκλεῶς ἐξανίσταται εἷς αἰώνας τῷ Υἱῷ συμβασιλεύουσα καὶ αἰτοῦσα τὴν τῶν πταισμάτων ἡμῶν ἄφεσιν».

Ὁ χρυσορρήμων ἅγιος, κατάπληκτος ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τῆς Θεοτόκου, προκαλεῖ τὸν πιστὸ νὰ ἐρευνήσει καὶ νὰ βρεῖ παρόμοια θαυμαστὴ ὕπαρξη: Οὐδὲν ἐν βίῳ οἶον ἡ Θεοτόκος Μαρία. Περίελθε, ὦ ἄνθρωπε, πᾶσαν τὴν κτίσιν τῷ λογισμῷ καὶ βλέπε εἰ ἐσὰν ἴσον ἢ μεῖζον της ἁγίας Θεοτόκου Παρθένου. Περινόστησον τὴν γῆν, περίβλεψον τὴν θάλασσαν, πολυπραγμόνησον τὸν ἀέρα, τοὺς οὐρανοὺς τῇ διανοίᾳ ἐρεύνησαν, τὰς ἀόρατους πάσας Δυνάμεις ἐνθυμηθῇ καὶ βλέπε ἐστὶν ἄλλο τοιοῦτον θαῦμα ἐν πάσῃ τὴ κτίσει».

Μετὰ τὴ θεία μετάσταση ἡ Θεοτόκος συμβασιλεύει μὲ τὸν Υἱό της στοὺς οὐρανούς. Ἀπὸ τὴν τιμητικὴ αὐτὴ θέση συμπαρίσταται δυναμικὰ στὸ ἀνθρώπινο γένος. Ἔχει τὸ «δύνασθαι τοῦ θέλειν ἰσοτάλαντον», διὸ ἐδάνεισε τὴ σάρκα τῆς «τῷ παντεχνήμονι Λόγω», ὁ Ὁποῖος γι᾿ αὐτὸ τῆς εἶναι αἰωνίως χρεώστης, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο.

Ἔχοντας τέτοια δύναμη ἡ Θεοτόκος, «διαπορθμεύει» σὲ ὅλους τὶς θεϊκὲς δωρεές, μεσιτεύει μὲ τὶς σωστικὲς πρεσβεῖες τῆς ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐπηρεάζει τὶς βουλὲς τοῦ Υἵού της. Ἡ θαυματουργική της χάρη, ξεχωριστὴ καὶ πιὸ ἰσχυρὴ ἀπὸ τῶν ἄλλων ἁγίων, ἐκδηλώνεται στοὺς ἀνθρώπους μὲ πολλοὺς τρόπους. Ἔτσι ἡ Παναγία ἐμφανίζεται σὰν ὑπέρμαχος στρατηγὸς στοὺς πολέμους, ἄμισθος ἰατρὸς στὶς ἀρρώστιες, «ταχεία σκέπη καὶ βοήθεια» σὲ κάθε ἀνάγκη.

* * *

Ἡ εὐγνωμοσύνη, ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ πιστοῦ λαοῦ στὴν Παναγία ἀποτυπώνονται στὴν ὑμνογραφία, στὴ λαογραφία, στὴν τέχνη καὶ στὴ λατρεία.

Πολλὲς ἐκκλησίες καὶ μοναστήρια εἶναι ἀφιερωμένα στὴ Θεοτόκο. Πρὸς τιμὴν τῆς φιλοτεχνήθηκαν πλῆθος ἱερὲς εἰκόνες. Ἀλλὰ καὶ ὕμνοι, τροπάρια, ἀκολουθίες καὶ ἑορτὲς ἔχουν τὴν ἀναφορά τους στὴ Θεομήτορα. Πολλὰ ἱερὰ προσκυνήματα εἶναι καθιδρυμένα σὲ περιοχές, ποὺ σχετίζονται μὲ θαύματα τῆς Παναγίας. Σὲ παραδόσεις, δοξασίες καὶ λαϊκὲς παροιμίες τ᾿ ὄνομα τῆς Θεοτόκου ἀναφέρεται μὲ ἐξαιρετικὴ τιμὴ καὶ εὐλάβεια.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς βασικὲς θεομητορικὲς ἑορτές, ἡ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας καὶ ἡ λαϊκὴ εὐσέβεια ἔχουν προσθέσει καὶ ἄλλες πολλές, ποὺ σχετίζονται μὲ θαυμαστὲς ἐνέργειες τῆς Θεομήτορος, μὲ ἐγκαινιασμοὺς ναῶν της ἡ μὲ εὑρέσεις θαυματουργῶν εἰκόνων της. Στὴ Ρωσία οἱ ἑορτὲς τῆς Παναγίας, ποὺ γίνονται πρὸς τιμὴν θαυματουργῶν εἰκόνων της, ἀνέρχονται σὲ διακόσιες.

Τὰ πολλὰ ἀφιερώματα, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι κατάφορτες οἱ θεομητορικὲς εἰκόνες, ἀποτελοῦν μία ἀκόμη ἀπόδειξη τῆς λαϊκῆς εὐγνωμοσύνης ἀπέναντί της. Κάθε τόπος ἔχει καὶ μία θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, καθεμιὰ μὲ τὴν ἱστορία καὶ τοὺς θρύλους της, ποὺ δημιουργοῦν ἀτμόσφαιρα θρησκευτικοῦ μυστηρίου.

Ἀπὸ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες ποὺ ἀναφέρονται στὴν Παναγία, οἱ πιὸ δημοφιλεῖς εἶναι οἱ Χαιρετισμοὶ τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ οἱ Παρακλήσεις τοῦ Δεκαπενταύγουστου.

Στὴ Θεοτόκο δόθηκαν πολλὲς ἐπωνυμίες, ἐπίθετα ἐκφραστικὰ καὶ κάποτε παράδοξα, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὶς ἰδιότητές της, στοὺς εἰκονογραφικούς της τύπους, στὸν χρόνο τῶν ἑορτῶν της κ.ἄ. Τέτοιες ὀνομασίες εἶναι: Ὁδηγήτρια, Γλυκοφιλοῦσα, Γοργοϋπήκοος, Πορταΐτισσα, Προυσιώτισσα, Φανερωμένη, Ζωοδόχος Πηγή, Μυρτιδιώτισσα κλπ.

* * *

Τὰ θαύματα τῆς Παναγίας πού, δειγματοληπτικὰ μόνο, συμπεριλάβαμε στὸ βιβλίο αὐτό, προέρχονται ἀπὸ διάφορες πηγές. Τὰ προσφέρουμε διασκευασμένα καὶ ἐμπλουτισμένα μὲ τ᾿ ἀπαραίτητο γεωγραφικὰ καὶ ἱστορικὰ στοιχεῖα, χωρὶς ὅμως νὰ ἀλλοιώνουμε καθόλου τὴν οὐσία τους.

Ὁ ἀριθμὸς ποὺ σημειώνεται στὸ τέλος κάθε κειμένου, μέσα σὲ ἀγκύλες, παραπέμπει στὴν κυριότερη σχετικὴ μὲ τὸ θέμα πηγή, ποὺ βρίσκεται ἀριθμημένη μὲ ἀλφαβητικὴ σειρὰ στὸ τέλος τοῦ βιβλίου.

Στὰ θαύματα αὐτὰ ἡ Θεοτόκος ἔρχεται σὲ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ προβλήματά τους. Συχνὰ ἐμφανίζεται στὸν ὕπνο ἡ σὲ ἐγρήγορση. Ἄλλοτε ἡ παρουσία της γίνεται αἰσθητὴ μόνο μὲ τὴ φωνὴ ἢ μὲ κάποια εὐωδιά.

Μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς τρόπους ἐπεμβαίνει θαυματουργικὰ καὶ θεραπεύει ἀρρώστιες, ἐνθαρρύνει πολεμιστές, ἱκανοποιεῖ ἀνάγκες, σώζει ἀπὸ κινδύνους, δίνει λύσεις σὲ προβλήματα καὶ ἀδιέξοδα. Ἄλλοτε πάλι καθοδηγεῖ γιὰ τὴν εὕρεση ἱερῶν τῆς εἰκόνων καὶ ἄλλοτε εὐαγγελίζεται εὐεργεσίες ἤ, ἀντίθετα, προμηνύει συμφορές. Μὲ ἀνάλογο τρόπο στιγματίζει τὴν ἀταξία καὶ ἀσέβεια ἡ βραβεύει τὴν ἀρετή. Τέλος, ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια, μεταστρέφει ἀλλόθρησκους καὶ τιμωρεῖ παραδειγματικὰ τοὺς βλάσφημους.

Ἡ ζωντανὴ ὅμως αὐτὴ παρουσία τῆς Θεοτόκου τόσο στὴν ἀτομικὴ ὅσο καὶ τὴν κοινὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν, γιὰ νὰ γίνει ἀντιληπτὴ καὶ ἀποδεκτή, προϋποθέτει καὶ ἐξίσου ζωντανὴ πίστη. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τονίζει χαρακτηριστικὰ ἕνα ὀρθρινὸ Θεοτοκίο τῆς 10ης Ἰανουαρίου:

Πίστις ἡγείσθω μόνη, καὶ μὴ ἀπόδειξις, τῶν ὑπὲρ νοῦν θαυμάτων, Θεογεννῆτορ Κόρη τῶν σῶν· τὸν γὰρ ἀκατάληπτον, Θεὸν Λόγον τέτοκας, ἐνδυσάμενος τὴν ἀνθρωπότητα.


Παναγία ἡ Πορταΐτισσα

«Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος»

Ἡ θαυματουργὴ Πορταΐτισσα, ἡ ἐξέχουσα μεταξύ τῶν θεομητορικῶν εἰκόνων τοῦ Ἄθω, ἦταν ἀρχικὰ φυλαγμένη, καθώς διασώζει ἡ παράδοση, στὴ μικρασιατικὴ Νίκαια. Μιὰ εὐσεβής γυναίκα μέ τὸν μοναχογιό της τὴν εἶχαν τοποθετήσει μέσα στὴν ἰδιόκτητη ἐκκλησία τους καὶ τὴν τιμοῦσαν.

Στὰ χρόνια τῆς δεύτερης εἰκονομαχίας βασιλικοὶ κατάσκοποι ἀνακάλυψαν τὴν εἰκόνα καὶ ἀπείλησαν τὴ γυναίκα πὼς θὰ τὴν σκοτώσουν ἂν δὲν τοὺς δωροδοκήσει. Ἐκείνη ὑποσχέθηκε ὅτι τὴν ἑπομένη θὰ τοὺς ἔδινε τὰ χρήματα. Καὶ τὴ νύχτα, ἀφοῦ προσευχήθηκε μπροστὰ στὴν εἰκόνα, τὴ σήκωσε μέ εὐλάβεια, κατέβηκε στὴν παραλία καὶ τὴν ἔριξε στὴ θάλασσα λέγοντας:

– Δέσποινα Θεοτόκε, ἐσύ ἔχεις τὴ δύναμη κι ἐμᾶς νὰ διασώσεις ἀπὸ τὴν ὀργὴ τοῦ βασιλιᾶ, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰκόνα σου ἀπὸ τὸν καταποντισμό.

Τότε πραγματικὰ ἔγινε κάτι θαυμαστό. Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα στάθηκε ὄρθια στὰ κύματα καὶ κατευθύνθηκε πρός τὴ δύση. Συγκινημένη ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸ γεγονὸς γυρίζει στὸν γιό της καὶ τοῦ λέει:

–Ἐγώ, παιδί μου, γιὰ τὴν ἀγάπη τῆς Παναγίας εἶμαι ἕτοιμη νὰ πεθάνω. Ἐσύ νὰ φύγεις. Νὰ πᾶς στὴν Ἑλλάδα.

Χωρὶς ἀργοπορία τὸ παιδὶ ἑτοιμάστηκε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, κι ἀπὸ κεῖ γιὰ τὸν Ἄθωνα, ὅπου ἐμόνασε. Σὰν μοναχὸς ἀσκήτεψε στὸν τόπο πού ἀργότερα ἱδρύθηκε ἡ μονὴ τῶν Ἰβήρων. Αὐτὸ ἦταν οἰκονομία Θεοῦ, γιατὶ ἔτσι πληροφορήθηκαν οἱ ἄλλοι μοναχοὶ τὸ ἱστορικὸ τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας.

Πέρασε καιρός. Ὁ μοναχὸς ἀπὸ τὴ Νίκαια πέθανε, καὶ τὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων ἱδρύθηκε καὶ ὁλοκληρώθηκε. Ἦταν βράδυ, ὅταν οἱ μοναχοὶ ἀντίκρυσαν ἕνα παράξενο θέαμα: Ἕνα πύρινο στῦλο πού ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴ θάλασσα κι ἔφθανε στὸν οὐρανό.

Τὸ ὅραμα συνεχίστηκε ἡμέρες καὶ νύχτες. Κατεβαίνουν οἱ ἀδελφοὶ στὴν παραλία καὶ βλέπουν μέ θαυμασμὸ στὴ βάση τοῦ πύρινου στύλου μιὰ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Ὅσο ὅμως τὴν πλησίαζαν ἐκείνη ἀπομακρυνόταν. Συγκεντρώθηκαν τότε στὴν ἐκκλησία καὶ παρακάλεσαν μέ δάκρυα τὸν Κύριο νὰ χαρίσει στὸ μοναστήρι τους τὸν ἀνεκτίμητο αὐτὸ θησαυρό.

Μεταξύ τῶν μοναχῶν ὑπῆρχε ἕνας εὐλαβής ἀσκητής, πού λεγόταν Γαβριήλ. Σ᾿ αὐτὸν παρουσιάζεται ἡ Παναγία καὶ τοῦ λέει:

– Νὰ πεῖς στὸν ἡγούμενο καὶ στοὺς ἀδελφούς ὅτι θὰ σᾶς παραδώσω τὴν εἰκόνα μου, γιὰ νὰ σᾶς προστατεύει. Θὰ μπεῖς κατόπιν στὴ θάλασσα, θὰ περπατήσεις πάνω στὰ κύματα, κι ἔτσι θὰ καταλάβουν ὅλοι τὴν εὔνοιὰ μου γιὰ τὸ μοναστήρι σας.

Ἔτσι κι ἔγινε. Ὁ π. Γαβριήλ περπάτησε πάνω στὴ θάλασσα σὰν σὲ στερεὰ γῆ, παρέλαβε μέ εὐλάβεια τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα καὶ ἐπέστρεψε στὴν παραλία. Ἐκεῖ συγκεντρωμένοι ὅλοι οἱ μοναχοὶ τῆς ἐπιφύλαζαν τιμητικὴ ὑποδοχή. Ὕστερα τὴν παρέλαβαν καὶ τὴν τοποθέτησαν στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ καθολικοῦ.

Ὅταν τὴν ἑπομένη ὁ ἐκκλησιαστικός πῆγε ν᾿ ἀνάψει τὰ καντήλια, ἡ εἰκόνα ἔλειπε. Ἐρεύνησε παντοῦ καὶ τὴν ἀνακάλυψε στὸ τεῖχος, πάνω ἀπὸ τὴν πύλη τῆς μονῆς. τὴν ἐπανέφεραν στὸ καθολικό, ἀλλὰ ἡ εἰκόνα ἔφυγε καὶ πάλι. Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε πολλές φορές. Τέλος ἡ Παναγία παρουσιάζεται στὸν γέροντα Γαβριήλ καὶ τοῦ λέει:

– Νὰ πεῖς στοὺς ἀδελφούς νὰ μὴ μ᾿ ἐνοχλοῦν. Δέν ἦλθα ἐδῶ γιὰ νὰ φυλάγομαι ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ νὰ σᾶς φυλάω. Ὅσοι ζεῖτε στὸ Ὄρος τοῦτο ἐνάρετα, νὰ ἐλπίζετε στὴν εὐσπλαχνία τοῦ Υἱοῦ μου. Γιατί, ὅσο ὑπάρχει ἡ εἰκόνα μου μέσα στὴ μονὴ σας, ἡ χάρη καὶ τὸ ἔλεός Του θὰ σᾶς ἐπισκιάζουν πάντοτε.

Ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸ οἱ μοναχοὶ ἔχτισαν παρεκκλήσι κοντὰ στὴν πύλη κι ἐκεῖ τοποθέτησαν τὴν ἱερὴ εἰκόνα.

Πράγματι ἡ Πορταΐτισσα, καθώς ὑποσχέθηκε, προστατεύει τὴ μονὴ καὶ οἰκονομεῖ κάθε της ἀνάγκη.

Ἡ θεραπεία τῆς πριγκίπισσας

Τὸ 1651 οἱ 365 Ἰβηρίτες μοναχοὶ δοκίμαζαν οἰκονομικὴ στενότητα, γι᾿ αὐτὸ ἀνέθεσαν στὴ Θεοτόκο νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴ συντήρησή τους. Ἀμέσως ἡ φιλόστοργη Μητέρα ἔτρεξε γιὰ ἐξεύρεση πόρων μέ τὸ ἀκόλουθο χαριτωμένο θαῦμα.

Ἐκείνη τὴν περίοδο ἦταν βαριὰ ἄῤῥωστη ἡ κόρη τοῦ τσάρου τῆς Ρωσίας Ἀλεξίου Μιχαήλοβιτς. Τὰ πόδια της ἦταν παράλυτα καὶ γιὰ τοὺς γιατροὺς ἀθεράπευτα.

Τὴ θλίψη τῆς πριγκίπισσας καὶ τῶν βασιλέων γονέων της ἔρχεται τώρα νὰ μεταβάλει σέ χαρὰ ἡ θαυματουργὴ Πορταΐτισσα. Παρουσιάζεται μιὰ νύχτα στὸν ὕπνο της, κι ἀφοῦ τῆς ἔδωσε θάῤῥος καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τὴ θεραπεύσει τῆς λέει:

– Νὰ πεῖς στὸν πατέρα σου νὰ φέρει ἀπὸ τὴν μονὴ τῶν Ἰβήρων τὴν εἰκόνα μου τὴν Πορταΐτισσα.

Τὸ πρωὶ ἡ ἄῤῥωστη διαβίβασε τὴν ἐντολὴ κι ἀμέσως ξεκίνησε ἔκτακτη ἀποστολή, γιὰ νὰ μεταφέρει στοὺς Ἰβηρίτες μοναχούς τὴν ἐπιθυμία τοῦ τσάρου. Ἐκεῖνοι φοβήθηκαν μήπως ἡ εἰκόνα δὲν ἐπιστραφεῖ, καὶ ἀποφάσισαν νὰ στείλουν ἕνα πιστὸ ἀντίγραφο μὲ τιμητικὴ συνοδεία τεσσάρων ἱερομονάχων.

Μόλις μαθεύτηκε ὁ ἐρχομὸς τῆς σεπτῆς εἰκόνας στὴ Μόσχα, ἡ πόλη ἄδειασε. Ὅλοι, βασιλεῖς καὶ λαός, ἔτρεξαν νὰ τὴν προϋπαντήσουν. Στ᾿ ἀνάκτορα ὅμως ἡ πριγκίπισσα κοιτόταν στὸ κρεβάτι, χωρίς νὰ γνωρίζει τίποτε. Κάποια στιγμὴ ζήτησε τὴ μητέρα της καὶ τότε πληροφορήθηκε τὸ μεγάλο γεγονός.

– Τί; φώναξε. Ἔρχεται ἡ Παναγία, κι ἐμένα μέ ἄφησαν ἐδῶ;

Πηδᾶ ἀμέσως ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ντύνεται καὶ τρέχει νὰ ὑποδεχθεῖ κι ἐκείνη τὴν Παναγία. Ὁ κόσμος εἶδε την παράλυτη πριγκίπισσα καὶ τὰ ἔχασε. Ἡ συγκίνηση κορυφώθηκε, ὅταν ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔφθασε ἡ ἁγία εἰκόνα κι ἔγινε ἡ τελετὴ τῆς ὑποδοχῆς καὶ τῆς προσκυνήσεως.

– Μεγαλειότατε, εἶπαν οἱ ἀπεσταλμένοι, προσφέρουμε τὴ σεπτὴ αὐτὴ εἰκόνα σάν δῶρο στὸ εὐσεβές ρωσικὸ ἔθνος.

– Σᾶς εὐχαριστῶ, εἶπε συγκινημένος ὁ τσάρος. Σέ ἔνδειξη τῆς εὐγνωμοσύνης μου σᾶς παραχωρῶ μία ἀπὸ τὶς καλύτερες μονές τῆς πρωτεύουσας, τὸν ἅγιο Νικόλαο. Ἐπίσης ἐτήσιο ἐπίδομα ἀπὸ 2.500 ρούβλια, ἀτέλεια σέ ὅ,τι εἰσάγετε ἀπὸ τὴν χώρα μου, καθώς καὶ δωρεάν μετακίνηση τῶν ἀπεσταλμένων σας.

Τὸ μετόχι αὐτὸ παρέμεινε στὴν κυριότητα τῆς μονῆς Ἰβήρων μέχρι τὸ 1932 καὶ τῆς ἐξασφάλιζε τόσες προσόδους, ὥστε κάλυπτε ὅλες σχέδον τίς ὑλικές της ἀνάγκες.

Ὁ πεινασμένος ὁδοιπόρος

Ἡ μονὴ τῶν Ἰβήρων εἶναι πολὺ φιλόξενο μοναστήρι. Αὐτὸ ἀποδίδεται καὶ στὸ ἀκόλουθο περιστατικό:

Ἕνας φτωχὸς ἐργάτης, κουρασμένος ἀπὸ τὸν δρόμο, ἔφθασε τὸ μεσημέρι πεινασμένος στὴν πύλη τῆς μονῆς. Ζητήσε μόνο λίγο ψωμὶ ἀπὸ τὸν πορτάρη, γιατὶ βιαζόταν νὰ συνεχίσει τὴν πορεία του.

Ὁ πορτάρης, ἄγνωστο γιατί, δὲν τοῦ ἔδωσε, ὁπότε ὁ φτωχὸς ἀναστέναξε βαθιὰ κι ἔφυγε νηστικός.

Ἀνεβαίνοντας πρός τίς Καρυές, σταμάτησε γιὰ λίγο στὴ σκιὰ ἑνός δέντρου. Λυπημένος καὶ κουρασμένος καθώς ἦταν, ξάπλωσε καταγῆς. Ξεφνικὰ ἀκούει βήματα νὰ πλησιάζουν. Ἀνασηκώνεται καὶ βλέπει κοντά του μιὰ γυναίκα μ᾿ ἕνα βρέφος στὴν ἀγκαλιά. Μέ ὕφος συμπαθητικὸ καὶ φωνὴ γλυκειὰ τὸν ἐρωτᾶ:

– Τί ἔχεις; Μήπως εἶσαι ἄῤῥωστος;

– Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος, ἀλλὰ πεινῶ. Παρακάλεσα τὸν θυρωρὸ τῆς μονῆς Ἰβήρων νὰ μοῦ δώσει ψωμί, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἔδωσε.

– Ἄκου, παιδί μου. Δέν πρέπει νὰ παραπονεῖσαι γιὰ τὸν θυρωρό. Θυρωρὸς τῆς μονῆς αὐτῆς εἶμαι ἐγώ. Νὰ ἐπιστρέψεις ἀμέσως καὶ νὰ ζητήσεις ψωμὶ ἐκ μέρους μου. Κι ἂν δὲν σοῦ δώσουν, πλήρωσέ το μ᾿ αὐτὰ τὰ χρήματα. Σὲ περιμένω ἐδῶ.

Λέγοντας αὐτὰ ἔδωσε στὸν ἐργάτη τρία φλουριά. Ἐκεῖνος, ἀνύποπτος γιὰ ὅσα ἔβλεπε καὶ ἄκουγε, ξεκίνησε γιὰ τὸ μοναστήρι. Χτύπησε τὴν πύλη καὶ κρατώντας ἐπιδεικτικὰ τὰ χρήματα ζήτησε καὶ πάλι ἀπὸ τὸν θυρωρὸ ψωμί, χωρὶς νὰ παραλείψει ν᾿ ἀναφέρει τὴ συνομιλία μὲ τὴ γυναίκα.

Ὅταν ἄκουσε ὁ μοναχός γιὰ γυναίκα καὶ εἶδε τὰ σπάνια νομίσματα, κατάλαβε ὅτι πρόκειται γιὰ θαῦμα. Χτύπησε τὴν καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οἱ ἀδελφοὶ καὶ ἄκουσαν μέ θαυμασμὸ τὸ παράδοξο γεγονός.

Διαπίστωσαν μάλιστα ὅτι τὰ νομίσματα ἐκεῖνα ἦταν ἀφιερωμένα πρίν ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὴ θαυματουργὴ εἰκόνα. Βλέποντας ὅμως ἡ Παναγία τὴν ἀνάγκη τοῦ φτωχοῦ, τὰ παρέλαβε καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε μέ μητρικὴ εὐσπλαγχνία.

Οἱ μοναχοὶ μέ φόβο καὶ εὐλάβεια τὰ ἐπανέφεραν στὴν ἁγία εἰκόνα τῆς Πορταΐτισσας, ἡ ὁποία μέ τὸ θαῦμα αὐτὸ τοὺς δίδαξε τὴ μεγάλη ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας.


Παναγία ἡ Νιαμονίτισσα

Ἡ μυροβόλος Χίος, ἡ «παιπαλόεσσα», κατὰ τὸν Ὅμηρο, γιὰ τὸ βραχῶδες καὶ ὀρεινὸ ἔδαφός της, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους «ὡς μία τῶν Μακάρων νήσων» γιὰ τὰ φυσικά της πλεονεκτήματα

Αὐτὴ ἡ ὀνομασία θὰ τῆς ταιρίαζε μεταφορικὰ καὶ γιὰ τὴν εὐλάβεια τῶν κατοίκων της. Στὴν ἀρχαιότητα ἦταν γεμάτη ἀγάλματα καὶ εἰδωλολατρικοὺς ναούς. Ἀλλὰ καὶ στὴ χριστιανικὴ ἐποχὴ τὸ πλῆθος τῶν ἱερῶν ναῶν της κινεῖ τὴν περιέργεια κάθε ἐπισκέπτου. «Ἡ χιακὴ κοινωνία, σημειώνει ὁ Μ. Ἰουστινιάνης τὸ 1606, εἶναι εὐλαβέστατη, ἐνῶ ὁ κλῆρος της πολὺ πιὸ ἀξιόλογος ἀπὸ ἄλλων περιοχῶν». Ἔχει ἐπίσης νὰ ἐπιδείξει πολλοὺς ἁγίους καὶ πολλὰ μοναστήρια.

Λίγα χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα τοῦ νησιοῦ, στοὺς πρόποδες τοῦ Προβατείου ὄρους, προβάλλει τὸ πιὸ ἀξιόλογο μοναστήρι τῆς Χίου, ἡ παλαίφατη Νέα Μονή. Τὸ πατριαρχικὸ αὐτὸ σταυροπήνιο, μὲ τὰ βασιλικὰ χρυσόβουλα καὶ τὰ περίφημα ψηφιδωτά, εἶναι ὀχυρωμένο ἀπὸ φυσικὰ καὶ τεχνητὰ τείχη καὶ πύργους, τμήματα τῶν ὁποίων σώζονται μέχρι σήμερα.

Οἱ κτιριακὲς ἐργασίες τῆς μονῆς ἄρχισαν τὸ 1034 ἀπὸ τοὺς Χιῶτες ἀσκητὲς Νικήτα, Ἰωσὴφ καὶ Ἰωάννη. Πολύτιμο συμπαραστάτη στὴν προσπάθεια τοὺς αὐτὴ εἶχαν τὸν βυζαντινὸ αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Θ´ τὸν Μονομάχο.

Στὰ ἱστορικά της μονῆς εἶναι διάχυτη ἡ παράδοση γιὰ τὴ θαυμαστὴ εὕρεση τῆς Παναγίας Νιαμονίτισσας. Αὐτὴ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα ἀνακάλυψαν μέσα σὲ πυκνὸς δάσος οἱ τρεῖς κτήτορες, τριγυρισμένη ἀπὸ ἀδιαπέραστα βάτα καὶ χαμόκλαδα.

Ἡ θεία μορφὴ τῆς Θεοτόκου παριστάνεται σὲ μία ἰδιότυπη καὶ μοναδικὴ στάση: Κρατᾶ στὰ χέρια τὸ θεῖο Βρέφος, ἀλλὰ εἰκονίζεται ὄρθια, μὲ ἀνοιχτὴ τὴ μητρικὴ ἀγκαλιὰ καὶ τὰ πόδια σὲ στάση βηματισμοῦ.

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Νιαμονίτισσας σώζεται συχνὰ ἡ ἴδια θαυματουργικὰ ἀπὸ πυρκαγιές, ἀλλὰ καὶ σώζει ἀπὸ σφαγές, ἐπιδρομὲς καὶ λοιπὲς περιπέτειες, ποὺ δοκίμασε ἡ Νέα Μονὴ στὴν ἱστορικὴ διαδρομή της.

Ὁ χρυσοχόος

Κάποτε οἱ μοναχοὶ ἀνέθεσαν σ᾿ ἕνα Χιώτη χρυσοχόο νὰ ἐπενδύσει μὲ χρυσὸ ἕνα μέρος τῆς ἱερῆς εἰκόνας, γιὰ νὰ τὴν προφυλάξουν ἀπὸ τὴ φθορά. Ὁ ἐκκλησιάρχης τὴν τοποθέτησε στὸν κυρίως ναό, καὶ ὁ τεχνίτης ἄρχισε τὴν ἐργασία του μὲ εὐλάβεια.

Ξαφνικὰ ἀκούει μία γλυκεία φωνὴ νὰ τοῦ λέει ψιθυριστά:

Ἐλαφρὰ χτύπα, ἐλαφρά» νἄχῃς τὴν εὐχή μου, γιατὶ ἡ εἰκόνα εἶναι παλαιά!

Σηκώνει τὰ μάπα ὁ χρυσοχόος καὶ βλέπει μία μεγαλόπρεπη γυναίκα μὲ ὁλόχρυση φορεσιά. Δὲν πρόλαβε νὰ τὴ ρωτήσει ποιὰ ἦταν, γιατὶ μπῆκε ἀμέσως στὸ ἱερὸ βῆμα ἀπὸ τὴ νότια πύλη. Τρέχει νὰ τὴν προφθάσει, ἀλλὰ Ἐκείνη εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Μπαίνει στὸ ἱερό, καὶ τότε ἀναγνωρίζει στὴ μορφὴ τῆς πλατυτέρας τὴ γυναίκα, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο τοῦ εἶχε φανερωθεῖ.

Ἡ καμπάνα.

Τὸ καμπαναριὸ τῆς Νέας Μονῆς μοιάζει μὲ τετράγωνο πύργο καὶ ὑψώνεται σχεδὸν τριώροφο μέχρι τὸν θόλο τοῦ καθολικοῦ. Εἶναι στεγασμένο μὲ μολύβι καὶ στολίζεται στὴν κορυφὴ μὲ ὡραῖο σιδερένιο σταυρό. Ἀρχικὰ εἶχε τέσσερις καμπάνες καὶ δυὸ πολυτελέστατα ρολόγια. Ὅλα ὅμως ἐξαφανίσθηκαν τὸ 1822 ἀπὸ τὶς ἀσιατικὲς ὀρδές.

Κάποτε μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες καμπάνες ράγισε. Οἱ μοναχοὶ τὴ φόρτωσαν σ᾿ ἕνα βενετσιάνικο πλοῖο καὶ τὴν ἔστειλαν στὴ Βενετία γιὰ νὰ τὴν ξαναχύσουν.

Τὸ πλοῖο ταξιδεύοντας χτυπήθηκε ἀπὸ ἕνα κουρσάρικο τῶν πειρατῶν τοῦ Βαρβαρόσσα καὶ κινδύνεψε νὰ βουλιάξει. Οἱ ναῦτες, στὴ δύσκολη ἐκείνη στιγμή, ἐπικαλέστηκαν τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας Νιαμονίτισσας. Ὕστερα ἔσπασαν ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴν καμπάνα, τὸ ἔβαλαν γιὰ μπάλα μέσα στὸ κανόνι καὶ χτύπησαν τὸ ἐχθρικὸ πλοῖο. Τὸ χτύπημα ἦταν καίριο καὶ τὸ πειρατικὸ βυθίστηκε.

Τὸ βενετσιάνικο καράβι συνέχισε τὸ ταξίδι κι ἔφθασε στὸν προορισμό του. Ὁ καπετάνιος, ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἐφτίαξε μὲ δικά του ἔξοδα τὴν καμπάνα καὶ τὴν πρόσφερε στὴν Παναγία. Λέγεται μάλιστα πὼς ἡ καμπάνα αὐτὴ ἦταν ἡ πιὸ μελῳδικὴ ἀπ᾿ ὅλες.

Τὸ ξύλο καὶ τὸ σκοινί

Ἕνα χιώτικο καράβι, ταξιδεύοντας, συνάντησε μεγάλη θαλασσοταραχή. Ὁ καπετάνιος, μπροστὰ στὸν κίνδυνο, φώναξε μὲ τὴ θερμὴ νησιώτικη πίστη του:

- Παναγιά μου Νιαμονίτισσα, σῶσε μας! Καὶ σοῦ τάζω μία λαμπάδα τόσο ψηλή, ὅσο τὸ κατάρτι τοῦ πλοίου!

Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσει τὸν λόγο του, καὶ βλέπει πάνω στὴν ἀφρισμένη θάλασσα τὴν ἴδια τὴ Θεοτόκο, νὰ κρατᾶ στὸ χέρι ἕνα ξύλο κι ἕνα σκοινί. Ὕστερα βυθίστηκε στὸ κύμα.

Ἀμέσως ἡ τρικυμία κόπασε καὶ τὸ πλοῖο προσορμίστηκε σῶο στὸ λιμάνι. Ἐκεῖ, μὲ μεγάλη τους ἔκπληξη, ἀνακάλυψαν σία ὕφαλα τοῦ μία τρύπα. Ἡ τρύπα αὐτὴ ἦταν φραγμένη μ᾿ ἕνα κομμάτι ξύλο κι ἕνα κομμάτι σκοινί...

Τὸ θαῦμα τῆς Παναγίας ἦταν ὁλοφάνερο. Ἀμέσως ξεκίνησαν ὅλο τὸ πλήρωμα γεμάτοι εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ Νέα Μονή. Προσκύνησαν τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα, πρόσφεραν τὸ τάμα τους, μία πελώρια λαμπάδα, κι ἄφησαν στὸν ἐξωνάρθηκα τὸ σωτήριο ξύλο καὶ τὸ σκοινί, τὰ ὁποῖα σώζονται ἐκεῖ μέχρι σήμερα.

Γιὰ τὴν ἴδια αἰτία, καθὼς λέγεται, ὑπάρχει στὸν ἔξω νάρθηκα κι ἕνα σφουγγάρι. Μὲ τὴ χάρη τῆς Νιαμονίτισσας τὸ σφουγγάρι αὐτὸ ἔφραξε τὴ σχισμὴ ἑνὸς ἱστιοφόρου πλοίου, ποὺ κινδύνευε νὰ κανταποντιστεῖ.

Τὸ μουλάρι

Τὸν 17ο αἰώνα, καθὼς σημειώνουν ξένοι περιηγητές, ἡ Νέα Μονὴ ἀριθμοῦσε 100 ἕως 150 μοναχούς, κι ἔμοιαζε μὲ μικρὴ πόλη. Ἀνάλογος ἦταν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποζυγίων γιὰ τὴ μεταφορὰ τῶν πολλῶν εἰσοδημάτων.

Κάποτε ἕνας προσκυνητὴς ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη παρέδωσε στὸν βουρδουνάρη -ἐπιστάτη τῶν ζώων -τῆς Νέας Μονῆς ἕνα φορτίο λάδι γιὰ τὸ μοναστήρι. Ὁ βουρδουνάρης φόρτωσε ἕνα μουλάρι καὶ ξεκίνησε.

Ὅταν ἔφθασαν στὸ ἐκκλησάκι τοῦ ἁγίου Φανουρίου, σὲ μία κακοτοπιά, τὸ ζῶο παραπάτησε καὶ γκρεμίστηκε στὸ βάραθρο μέχρι τὸ ποτάμι. Ὁ βουρδουνάρης, βέβαιος πὼς σκοτώθηκε, δὲν ἀσχολήθηκε περισσότερο μαζί του. Διηγήθηκε ὅμως στοὺς μοναχοὺς τὸ θλιβερὸ ἐπεισόδιο.

Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα κι ἀκούστηκαν στὴν πύλη τῆς μονῆς χτυπήματα καὶ χλιμιντρίσματα. Τρέχει ὁ πορτάρης ν᾿ ἀνοίξει, καὶ ἄντικρυζει τὸ μουλάρι ποὺ εἶχε γκρεμιστεῖ. Τὸ πιὸ θαυμαστὸ ἦταν, πὼς εἶχε φορτωμένα στὴν πλάτη τὰ τουλούμια μὲ τὸ λάδι ἀκέραια. Ὁ πορτάρης τὸ ἔβαλε μέσα καὶ τὸ ξεφόρτωσε. Τότε ὅμως συνέβη τὸ ἑξῆς παράδοξο: Τὸ ζῶο ἔπεσε ἀμέσως στὴ γῆ νεκρό. Εἶχε πιὰ ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολή του.

Ἡ εὐλαβὴς δωρήτρια. Κάποια εὐλαβὴς χιώτισα, ἀπὸ τὸ χωριὸ Καλιμασσιά, ἀφιέρωσε ὅλη τὴν περιουσία της στὴ Νέα Μονή. Κάποτε ὅμως ἀρρώστησε καὶ βρέθηκε σὲ μεγάλη οἰκονομικὴ ἀνάγκη. Τότε οἱ συγγενεῖς της, ἀντὶ νὰ τὴ βοηθήσουν, τὴν ἐγκατέλειψαν καὶ τὴν πίκραιναν μὲ λόγια σκληρά:

«Ἂς ἔρθει, τῆς ἔλεγαν, νὰ σὲ κοιτάξει ἡ Νέα Μονή, ἀφοῦ τῆς ἔγραψες τὴν περιουσία σου.

Ἐκείνη δὲν ἔπαυε νὰ προσεύχεται θερμὰ στὴν Παναγία ζητώντας τὴ βοήθειά της. Κι ἕνα βράδυ, μέσα στὸν πόνο καὶ τὴν ἀπελπισία της, βλέπει στὸν ὕπνο τῆς μία γυναίκα. Ἡ γυναίκα αὐτὴ τὴν πλησίασε, τὴν παρηγόρησε καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων τῆς εἶπε:

- Μὴ φοβᾶσαι. Ἡ ἀσθένειά σου θεραπεύτηκε. Πάρε αὐτὸ τὸ φλουρὶ καὶ θὰ φροντίζω ἐγὼ γιὰ σένα.

- Ποιὰ εἶσαι; ρώτησε ἡ ἄρρωστη.

- Εἶμαι ἡ Νέα Μονή.

Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ξύπνησε ἡ γυναίκα θεραπευμένη, κρατώντας στὸ δεξί της χέρι τὸ φλουρί. Πῆγε στὸ μοναστήρι, διηγήθηκε τ᾿ ὄνειρό της στὸν ἡγούμενο Ἄνθιμο καὶ τοῦ παρέδωσε τὸ φλουρί, ποὺ τῆς εἶχε χαρίσει ἡ Παναγία.

Θαυμαστὰ γεγονότα.

Ὅταν τὸ μοναστήρι μετατράπηκε σὲ γυναικεῖο, οἱ μοναχὲς ἔζησαν ὁρισμένα θαυμαστὰ γεγονότα:

Τὸ 1959, τὰ μεσάνυχτα τῆς 4ης Ἀπριλίου, χτύπησαν χαρμόσυνα οἱ καμπάνες. Χτυποῦσαν μόνες τους, ἐνῶ συγχρόνως ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία μία ἐκτυφλωτικὴ λάμψη.

Ἀρκετὲς φορὲς κινοῦνται μόνα τους τὰ καντήλια μπροστὰ στὴ θαυματουργὴ εἰκόνα, καὶ συχνά, ἐνῶ οἱ μοναχὲς ψάλλουν στὸ ἀναλόγιο, ἀκούγονται βήματα στὸ ἱερό, δυνατοὶ θόρυβοι καὶ γλυκύτατες ψαλμωδίες. ἀκούγονται κυρίως ὅταν ψάλλεται ἡ Θ´ ὠδή, τὸ «Ἄξιόν ἐστι» καὶ οἱ χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας.

Μὲ τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ σημεῖα ἡ Νιαμονίτισσα κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία τῆς στὸ μοναστήρι καὶ μεταδίδει χαρὰ καὶ παρηγοριὰ στὴ μοναστικὴ ἀδελφότητα.


Παναγία ἡ Κασσιωπία

Στὰ 1530, στὴ βενετοκρατούμενη Κέρκυρα, ἕνας τίμιος νέος, ὁ Στέφανος, γύριζε κάποια μέρα ἀπὸ τὴν πόλη στὸ χωριό του.Στὸν δρόμο συνάντησε κι ἄλλους ὁδοιπόρους, κι ἔτσι βάδιζαν ὅλοι μαζὶ συντροφιά. Κάποια στιγμὴ διέκριναν μακριὰ μερικοὺς νεαρούς, ποὺ μετέφεραν ἀλεύρι ἀπὸ τὸν μύλο. Ἡ παρέα τοῦ Στέφανου μπῆκε σὲ πειρασμό.

- Δὲν τοὺς κλέβουμε τὸ ἀλεύρι; εἶπαν μεταξύ τους. Κανεὶς δὲν μᾶς βλέπει. Θὰ τὸ μοιραστοῦμε καὶ θὰ τὸ μεταφέρουμε στὰ σπίτια μας.

Ὅλοι συμφώνησαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Στέφανο.

- Εἶναι ἁμαρτία! διαμαρτυρήθηκε. Κι ὕστερα, δὲν θὰ ξεφύγουμε τὴ δικαιοσύνη. Θὰ τιμωρηθοῦμε σὰν ληστὲς καὶ κακοποιοί.

Ἐκεῖνοι ὅμως ἦταν ἀποφασισμένοι. Κι ὅταν πλησίασε ἡ λεία τους, ἐπιτέθηκαν στὰ παιδιά, τὰ ἔδειραν καὶ ἅρπαξαν τὸ ἀλεύρι. Οἱ νεαροί, δαρμένοι καὶ κακοποιημένοι, πῆγαν στὰ σπίτια τους καὶ διηγήθηκαν τὸ ἐπεισόδιο. «Ὕστερα εἰδοποίησαν τὸν διοικητή, τὸν Σίμωνα Μπάιλο, κι ἐκεῖνος ἔστειλε στρατιῶτες γιὰ νὰ συλλάβουν τοὺς κακοποιούς. οἱ στρατιῶτες συνέλαβαν σὰν ὕποπτο μόνο τὸν Στέφανο, γιατὶ οἱ ἄλλοι εἶχαν ἐξαφανιστεῖ. Ἐκεῖνος βάδιζε ἀμέριμνος, ἔχοντας πεποίθηση στὴν ἀθωότητά του. Ἀπολογήθηκε στοὺς στρατιῶτες μὲ εἰλικρίνεια, ἀλλὰ δὲν τὸν πίστεψαν. Τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή.

Ὅταν τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτή, ὁμολόγησε πάλι τὴν ἀλήθεια:

- Βάδιζα μὲ τοὺς ληστές, ἀλλὰ μέρος στὴ ληστεία δὲν ἔλαβα. Ἄδικα μὲ κατηγορεῖτε.

Ὁ δικαστὴς ὅμως δὲν τὸν πίστεψε καὶ τὸν καταδίκασε.

- Ποιὰ τιμωρία προτιμᾶς, τὸν ρώτησε, νὰ σοῦ κόψουν τὰ χέρια ἢ νὰ σοῦ βγάλουν τὰ μάτια;

Κι ἐκεῖνος, περίλυπος, προτίμησε τὴ δεύτερη, γιατὶ τοῦ φάνηκε λιγότερο ὀδυνηρή. Μὲ θρήνους καὶ ὀδυρμοὺς ὁδηγήθηκε στὸν τόπο τῆς καταδίκης, ὅπου ἐκτελέστηκε ἡ φοβερὴ ἀπόφαση. Ὁ Στέφανος τώρα, ἀνίκανος γιὰ μετακινήσεις, χειραγωγεῖται ἀπὸ τὴ μητέρα του. Δεκαοχτὼ μίλια ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα τοῦ νησιοῦ ἦταν χτισμένη ἡ παραθαλάσσια πόλη Κασσιόπη. Ἦταν γνωστὴ γιὰ ἕνα ναὸ τῆς Θεοτόκου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο περνοῦσε πλῆθος λαοῦ καὶ προσκυνοῦσαν τὴ θαυματουργή της εἰκόνα. Ὁ Στέφανος ἀποφασίζει καὶ πηγαίνει στὴν πόλη αὐτή. Θὰ μένει στὸν ναὸ τῆς Θεοτόκου καὶ θὰ ζητᾶ ἐλεημοσύνη ἀπὸ τοὺς φιλάνθρωπους. Προσκύνησε μὲ τὴ μητέρα τοῦ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα καὶ παρακάλεσε τὸν διακονητὴ μοναχὸ νὰ τοῦ παραχωρήσει ἕνα κελλάκι γιὰ τὴ διαμονή του. Τὴν πρώτη βραδιὰ ἔμειναν μέσα στὴν ἐκκλησία. Ἡ μητέρα του, κατάκοπη, κοιμήθηκε ἀμέσως. Ὁ ἴδιος ὅμως δὲν μποροῦσε νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τοὺς πόνους. Κάποια στιγμὴ τὸν πῆρε ἕνας ὕπνος ἐλαφρός. Νοιώθει τότε δυὸ χέρια νὰ τὸν ἀκουμποῦν καὶ νὰ ψηλαφοῦν τὶς κόγχες τῶν ματιῶν του. Ἦταν τόσο αἰσθητό, ὥστε ξύπνησε ἀμέσως καὶ ἀναρωτιόταν ποιὸς νὰ τὸν εἶχε ἀγγίξει. Καὶ τότε Βλέπει μπροστὰ τοῦ μία γυναίκα λαμπροφορεμένη καὶ λουσμένη στὸ φῶς. Στάθηκε λίγο κι ὕστερα ἐξαφανίστηκε. Γυρίζει ὁ Στέφανος καὶ βλέπει τὰ καντήλια ἀναμμένα. Ξυπνάει τὴ μητέρα του καὶ τὴ ρωτάει:

- Ποιὸς ἄναψε τὰ καντήλια;

- Σώπα καὶ κοιμήσου, τοῦ λέει ἐκείνη, νομίζοντας πὼς τὸ παιδὶ τῆς ὀνειρεύεται. Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέμενε:

- Βλέπω τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Δὲν εἶναι φαντασίες αὐτὰ ποὺ σοῦ λέω!

Τότε ἡ μητέρα ἀνασηκώθηκε καὶ κοίταξε μὲ ἀνησυχία καὶ λαχτάρα τὸ πρόσωπό του. Ναί, δὲν τὴν ἀπατοῦσαν τὰ μάτια της. Ζοῦσε τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἕνα ὁλοζώντανο θαῦμα: οἱ κόγχες τοῦ παιδιοῦ τῆς στολίζονταν ἀπὸ δυὸ γαλανὰ μάτια! Ἐνῶ, πρὶν τὴν τύφλωση, τὰ μάτια τοῦ Στέφανου ἦταν μαῦρα! Ἀμέσως, μητέρα καὶ γιὸς εὐχαρίστησαν μὲ δάκρυα χαρᾶς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο γιὰ τὴ γρήγορη ἐπέμβασή της. Ἀπὸ τὸν θόρυβο πῆρε εἴδηση ὁ νεωκόρος μοναχὸς κι ἔτρεξε στὸν ναὸ γιὰ νὰ δεῖ τί συμβαίνει. Τὸ ὁλοφάνερο θαῦμα τὸν συγκλόνισε κι ἔφυγε γρήγορα γιὰ τὴ χώρα, γιὰ ν᾿ ἀναγγείλει τὸ γεγονὸς στὸν διοικητή. Ἐκεῖνος, παραξενεμένος, πῆρε μαζί του τοὺς προκρίτους τῆς Κέρκυρας κι ἐπισκέφθηκε τὸν Στέφανο. Εἶδε τὰ νέα μάτια στὶς κόγχες τους καὶ θαύμασε. Εἶδε ἀκόμη, σὰν ἀπόδειξη, καὶ τὸ σημάδι στὰ βλέφαρά του ἀπὸ τὸ πυρακτωμένο σίδερο. Μέσα του ὅμως ὁ διοικητὴς εἶχε καὶ κάποια ἀμφιβολία. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἐπέστρεψε στὴ χώρα, καλεῖ τὸν δήμιο καὶ τὸν ρωτάει:

- Ἔβγαλες, πραγματικά, τὰ μάτια τοῦ Στέφανου, ὅπως εἶχα διατάξει;

- Βεβαίως τὰ ἔβγαλα. Βρίσκονται ἀκόμη μέσα σὲ μία λεκάνη. Ὁρίστε!

Ὁ Μπάιλος κοίταξε ἀνήσυχος τὴ λεκάνη. Πράγματι μέσα σ᾿ αὐτὴν ὑπῆρχαν δυὸ μάτια, καὶ μάλιστα μαῦρα μάτια, ὄχι γαλανά, σὰν κι αὐτὰ ποὺ εἶχε τώρα ὁ Στέφανος. Ἡ ἀλήθεια ἀποδείχθηκε μὲ τὸν πιὸ εὔγλωττο καὶ πειστικὸ τρόπο. Κι ὁ ἡγεμόνας, ἀφοῦ εἰδοποίησε νὰ φέρουν τὸν Στέφανο, τοῦ ζήτησε συγνώμη καὶ τὸν ἀποζημίωσε μὲ πλούσια δῶρα. Τέλος, ἀνακαίνισε μ᾿ ἐπιμέλεια τὸν περίβολο τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου.


Παναγία ἡ Λιμνιά

Σὲ μία γραφικὴ παραλία στὸν βόρειο Εὐβοϊκό, ὅπου τὸ ἀρχαῖο Ἐλύμνιο, εἶναι σήμερα χτισμένη ἡ κωμόπολη τῆς Λίμνης. Στὸν περικαλλῆ ναὸ τῆς εἶναι θησαυρισμένη ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς πολιούχου τῆς Παναγίας τῆς Λιμνιᾶς. Στὰ 1560, καθὼς διασώζει ἡ παράδοση, ὅταν ἦταν σουλτάνος ὁ Σουλεϊμᾶν ὁ μεγαλοπρεπής, ἕνα τούρκικο πλοῖο ἔπλεε στὰ μέρη τῆς Κασσάνδρας μὲ κατεύθυνση τὴ Χαλκίδα. Στὸ πλήρωμα τοῦ καραβιοῦ ἦταν κι ἕνας χριστιανὸς ναύτης, ὁ λοστρόμος Δημητρός, ἄνθρωπος εὐλαβὴς καὶ ἡλικιωμένος.

Τὸ καράβι πλησίαζε στὴ Σκιάθο μὲ φουσκωμένα τὰ πανιὰ ἀπὸ τὸν σορόκο. Ξαφνικὰ ὁ ἄνεμος κόπασε. Τότε ὁ Δημητρὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ρίξουν τὶς βάρκες στὴ θάλασσα, γιὰ νὰ ρυμουλκήσουν τὸ καράβι. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ βλέπει ὁ λοστρόμος στὸ πλάι τοῦ καραβιοῦ, πάνω στὰ κύματα, ἕνα μεγάλο εἰκόνισμα. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, κατεβαίνει σὲ μία φελούκα, σηκώνει τὴν ἱερὴ εἰκόνα ἀπ᾿ τὸ νερό, καὶ προσκυνάει τὴν Παναγία ποὺ ἦταν ζωγραφισμένη πάνω σ᾿ αὐτή. Ὕστερα ἀνεβάζει τὴν εἰκόνα στὸ κατάστρωμα καὶ τὴν παραδίδει στὸν πλοίαρχο, στὸν Τοῦρκο Μεχμέτ. Ἀμέσως σηκώνεται δυνατὸς βοριάς, ποὺ κολπώνει τὰ πανιά. Τ᾿ ἄλμπουρα τριζοβολοῦν, ἐνῶ ἡ πλώρη σχίζει μὲ ὁρμὴ τ᾿ ἀφρισμένο κύμα.

Παρέκαμψαν τὶς Σποράδες, μπῆκαν στὸν Εὐβοϊκὸ κι ἔβαλαν πλώρη γιὰ τὴ Χαλκίδα. Μόλις ὅμως ἔφθασαν στὴν περιοχὴ τῆς Λίμνης, ὁ ἄνεμος κόπηκε ἀπότομα καὶ τὸ καράβι ἀκινητοποιήθηκε. Ρίχτηκαν καὶ πάλι οἱ βάρκες στὴ θάλασσα καὶ ἄρχισαν νὰ τὸ ρυμουλκοῦν. Ὕστερα ἀπὸ ὦρες ἔφθασαν στὴ βάση τοῦ ὄρους Καντήλι. Ἐκεῖ ἀπροσδόκητα ξεσπᾶ καταιγίδα. Τὰ κύματα σηκώνονται ἀπειλητικὰ καὶ σπρώχνουν τὸ σκάφος πάλι στὴ Λίμνη. Μόλις πλησιάζουν ἐκεῖ, ἡ τρικυμία σταματᾶ καὶ ἡ θάλασσα πάλι γαληνεύει. Τὸ πλήρωμα κάνει καινούργια προσπάθεια νὰ κατευθύνει τὸ καράβι στὸν προορισμό του. Ξεσπάει ὅμως νέα καταιγίδα, πιὸ ἀπειλητική, καὶ τοὺς σπρώχνει πάλι στὴ Λίμνη. Ὁ καπετάνιος καὶ οἱ ναῦτες ἔχουν ἀπελπιστεῖ. Δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν πίσω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ θαλασσινὴ περιπέτεια τὸ χέρι τῆς Παναγίας. Τότε φωτίστηκε ἐπὶ τέλους ὁ εὐλαβὴς λοστρόμος. Πλησιάζει τὸν καπετάνιο καὶ τοῦ λέει:

- Δὲν πρόκειται ν᾿ ἀπαλλαγοῦμε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ταλαιπωρία, ἂν δὲν βγάλουμε σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ στεριὰ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας.

Ὁ πλοίαρχος συμφώνησε καὶ εἰδοποίησε τὸ χωριὸ Καστριὰ - χτισμένο λίγα χιλιόμετρα μακριὰ ἀπὸ τὴν παραλία - νὰ ἔρθουν νὰ τὴν παραλάβουν. Δὲν ἄργησε νὰ καταφθάσει ὁ πιστὸς λαός, ἔχοντας ἐπικεφαλῆς τοὺς ἱερεῖς, μὲ ἑξαπτέρυγα, σταυροὺς καὶ λαμπάδες. Στὴν παραλία τοὺς περίμενε ὁ Δημητρός, ποὺ τοὺς παρέδωσε τὴν ἱερὴ εἰκόνα σὰν ἀτίμητο θησαυρό. Ἀμέσως φύσηξε φρέσκο ἀεράκι κι ἔσπρωξε κατάπρυμα τὸ Ἱστιοφόρο με τοὺς ναῦτες, κατευθείαν γιὰ τὸν προορισμό τους. Ἦταν τὸ «εὐχαριστῶ» τῆς Παναγίας, ἡ εὐαρέσκειά της γιὰ τὸν κόπο τους. Στὸ μεταξὺ ἡ πομπὴ ξεκίνησε μεγαλόπρεπα ἀπὸ τὴν παραλία γιὰ τὸ χωριό. Ἐκεῖ, στὸν ναὸ τῆς ἁγίας Ἄννης, τριγυρισμένον ἀπὸ γέρικες βελανιδιές, πλατάνια καὶ κυπαρίσσια, ἀπόθεσαν τὴ σεπτὴ εἰκόνα. Ἔψαλαν Παράκληση, δοξολογία, καὶ εὐχαρίστησαν τὴ Θεοτόκο γιὰ τὴν ἀνεκτίμητη δωρεά.

Τὴν ἄλλη μέρα ἡ εἰκόνα ἔλειπε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Τὴν ἀναζήτησαν παντοῦ, καὶ τὴ βρῆκαν στὴν τοποθεσία τῆς σημερινῆς Λίμνης. Τὴν ἐπανέφεραν στὸν ναὸ τῆς ἁγίας Ἄννας, ἀλλὰ ἐκείνη ἐπέστρεψε στὸν ἴδιο τόπο. Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε μερικὲς φορές, κι ἔτσι κατάλαβαν οἱ κάτοικοι πὼς ἦταν θέλημά της νὰ παραμείνει ὁριστικὰ ἐκεῖ. Ἔχτισαν λοιπὸν μία μικρὴ ἐκκλησία καὶ τὴν τοποθέτησαν μέσα σ᾿ αὐτή. Τὴν Ἱερὴ εἰκόνα ἀκολούθησαν καὶ οἱ ἴδιοι. Ἐγκατέλειψαν τὰ Καστριὰ καὶ μετοίκησαν στὴ Λίμνη. Ἀργότερα, στὴ θέση τοῦ πρώτου ναΐσκου ἔχτισαν μεγαλόπρεπο ναό, καὶ τὸν ἀφιέρωσαν στὸ Γενέσιο τῆς Θεοτόκου. Κάθε χρόνο, στὶς 8 Σεπτεμβρίου, γίνεται πανηγυρικὸς ἑορτασμὸς πρὸς τιμὴν τῆς Παναγίας τῆς Λιμνιᾶς. Οἱ διαστάσεις τῆς εἰκόνας εἶναι 95 χ 65 ἐκ. Πάνω σ᾿ αὐτὴ εἰκονίζεται ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα, ζωγραφισμένη σὲ σκληρὸ καὶ βαρὺ ξύλο καὶ καλυμμένη μὲ ἀσημένια ἐπένδυση.

Ἡ Παναγία σώζει τὴ Λίμνη ἀπὸ τοὺς Γερμανούς

Ἕνα συγκινητικὸ θαῦμα συνέβη στὶς ἡμέρες τῆς γερμανικῆς κατοχῆς, τὸν Ἰούνιο τοῦ 1944. Τὸ γερμανικὸ ἀπόσπασμα, ποὺ κατέστρεψε τὸ Δίστομο (10 Ἰουνίου 1944) κι ἔσφαξε μέσα σὲ δυὸ ἡμέρες πάνω ἀπὸ ἑξακόσιους κατοίκους, περνᾶ τώρα ἀπέναντι στὴν Εὔβοια. Σκοπός του ἡ ὁλοσχερὴς καταστροφὴ τῆς Λίμνης. Ἡ φάλαγγα ἔφθασε στὴν εἴσοδο τῆς πόλεως. Τότε ἀκριβῶς βλέπει ὁ Γερμανὸς διοικητὴς στὴ μέση του δρόμου ἕνα χέρι νὰ ἐμποδίζει τὴ διάβαση τῶν στρατιωτῶν, κι ἀκούει μία φωνὴ νὰ τοῦ λέει:

- Αὐτὸς ὁ τόπος εἶναι δικός μου. Δὲν θὰ τὸν πειράξετε!

Ὁ διοικητὴς φοβισμένος κατεβαίνει στὴ Λίμνη καὶ συναντᾶ τὶς ἀρχές. Ζητᾶ γεμάτος ἀγωνία νὰ μάθει ποιὰ εἶναι ἡ Προστάτιδα τῆς πόλεως.

- Ἡ Παναγία ἡ Λιμνιά, ἀποκρίνονται οἱ προύχοντες. Ἔχουμε ἐδῶ τὴ θαυματουργή της εἰκόνα, ἡ ὁποία βρέθηκε μέσα στὴ θάλασσα.

- Μόνο θεϊκὴ δύναμη θὰ μποροῦσε ν᾿ ἀνατρέψει τὰ σχέδιά μου, ὁμολόγησε ὁ διοικητής, κι ἔφυγε ἀπὸ τὴ Λίμνη ἄπρακτος.

Ἡ σωτηρία ἑνὸς εὐλαβοῦς ναυτικοῦ.

Ὁ λιμνιὸς ναυτικὸς Εὐάγγελος Πανταζὴς διηγήθηκε στοὺς ἐφημέριους τῆς πόλεως τὸ ἑξῆς περιστατικό:

- Ἦταν 14 Δεκεμβρίου τοῦ 1960, ὥρα 2.30´, καὶ ταξιδεύαμε στὰ στενὰ τοῦ Βοσπόρου μὲ τὸ πλοῖο «Παγκόσμιος Ἁρμονία» τῆς ἑταιρείας Νιάρχου. Κοιμόμουν στὴν καμπίνα μου, ὅταν ἄκουσα μία ὑπερκόσμια γυναικεία φωνὴ νὰ προστάζει:

- Πέσετε στὴ θάλασσα!

Πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι στὴν Παναγία μας τὴ Λιμνιὰ εἶχα ἰδιαίτερη εὐλάβεια, καὶ τὴν παρακαλοῦσα πρωί-βράδυ νὰ μᾶς προστατεύει. Ξαφνικὰ νοιώθω ἕνα ἀπότομο τίναγμα. Τὸ πλοῖο τραντάχτηκε ὁλόκληρο. Κοιτάζω ἀπὸ τὸ φινιστρίνι καὶ βλέπω τὸ καράβι μας μέσα στὶς φλόγες. Εἴχαμε συγκρουστεῖ μ᾿ ἕνα γιουγκοσλάβικο πετρελαιοφόρο, ποὺ μετέφερε μαζοὺτ καὶ βενζίνη ἀεροπλάνων. Ἀπὸ τὴ σφοδρὴ σύγκρουση ἡ πλώρη μας κόπηκε στὴ μέση, ἐνῶ τὸ ξένο πλοῖο ἔπαθε ρῆγμα βάθους εἴκοσι μέτρων. Ἐγὼ στὸ μεταξὺ ἑτοιμάστηκα καὶ ἔπεσα στὴ θάλασσα ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας. Ἐνῶ κολυμπούσαμε, πολλὰ δελφίνια γύρω μας εἶχαν σχηματίσει κλοιὸ καὶ μᾶς προφύλαγαν ἔτσι ἀπὸ τοὺς καρχαρίες ποὺ ἀφθονοῦσαν στὴν περιοχή. Δυόμισι ὧρες πάλεψα μὲ τὰ κύματα κι ἔφθασα κάποτε στὶς τουρκικὲς ἀκτές. Ἀπὸ τὰ σαράντα ἕνα ἄτομα τοῦ πληρώματος σωθήκαμε μόνο ἕντεκα. Τὴ διάσωσή μας ἀποδίδουμε στὴν Παναγία μας τὴ Λιμνιά. Γι᾿ αὐτὸ ἤρθαμε ἀμέσως στὴ Λίμνη, λειτουργηθήκαμε στὸν ἱερὸ ναό της καὶ τὴν εὐχαριστήσαμε γιὰ τὴ σωτηρία μας».


Ἡ Παναγία τῆς Σκριποῦς

Σεπτέμβριος τοῦ 1943. οἱ Ἰταλοὶ συνθηκολογοῦν. Μία ὁμάδα ἀπὸ κατοίκους τοῦ Ὀρχομενοῦ Βοιωτίας πλησιάζουν στὸν σιδηροδρομικὸ σταθμὸ τῆς Λειβαδιᾶς καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὴν ἐκεῖ ἰταλικὴ φρουρὰ νὰ παραδώσει τὸν ὁπλισμό της. Διαφορετικά, τοὺς ἀπειλοῦν πὼς θὰ δεχθοῦν ἐπίθεση ἀπὸ τοὺς ἀντάρτες ποὺ βρίσκονται στὴν περιοχὴ τοῦ Τζαμαλιοῦ (Διονύσου).

Οἱ Ἰταλοὶ ἀρνοῦνται νὰ παραδοθοῦν καὶ ἐνημερώνουν τοὺς Γερμανούς, οἱ ὁποῖοι ἀποφασίζουν νὰ κάψουν τὸν Ὀρχομενὸ καὶ νὰ τιμωρήσουν τοὺς κατοίκους.

Τὸ βράδυ τῆς 9ης Σεπτεμβρίου μπαίνουν οἱ Γερμανοὶ στὸν Ὀρχομενὸ καὶ συλλαμβάνουν ἑξακόσιους ὁμήρους. Ἕνα τμῆμα μένει στὴν πόλη, ἐνῶ ἕνα ἄλλο μὲ τρία τὰνκ προχωρεῖ πρὸς τὸν Διόνυσο.

Λίγο ἔξω ἀπὸ τὸν Ὀρχομενὸ εἶναι χτισμένη ἡ πιὸ ἀρχαία ἐκκλησία τῆς Βοιωτίας (874 μ.Χ.), ἀφιερωμένη στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου - παλιὸ μοναστήρι τῆς Σκριπούς.

Εἶναι ἀκόμη μεσάνυχτα. Ἡ φάλαγγα ἔχει προσπεράσει πεντακόσια πενήντα μέτρα τὸν ναό, ὅταν ξαφνικὰ τὸ πρῶτο τὰνκ ἀκινητοποιεῖται στὴ μέση του δρόμου. Μπροστὰ τοὺς οἱ Γερμανοὶ βλέπουν μία μεγαλόπρεπη γυναίκα μὲ τὸ χέρι ὑψωμένο σὲ ἀπαγορευτικὴ στάση. Τὸ δεύτερο τὰνκ προσπαθεῖ νὰ προσπεράσει τὸ πρῶτο, ἀλλὰ πέφτει σ᾿ ἕνα χαντάκι, ἐνῶ τὸ τρίτο τὰνκ ἀκινητοποιεῖται σ᾿ ἕνα χωράφι, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο προσπαθοῦσε νὰ περάσει.

Ξημέρωσε ἡ 10η Σεπτεμβρίου. Ὁ Γερμανὸς διοικητὴς Χόφμαν ζήτησε ἀπὸ τοὺς κατοίκους ἕνα τρακτὲρ γιὰ νὰ τραβήξει τὰ τάνκ. Τότε συνέβη κάτι θαυμαστό. Τὰ βαριὰ αὐτὰ ἅρματα μετακινήθηκαν ἀπὸ τὸ τρακτὲρ σὰν ἄδεια σπιρτόκουτα!

- Θαῦμα, θαῦμα! φώναξε ὁ διοικητὴς καὶ ζήτησε ἀπὸ τοὺς κατοίκους νὰ πάει στὴν ἐκκλησία.

Ἐκεῖνοι τὸν ὁδήγησαν πράγματι στὸν ναό. Ὁ Γερμανὸς στὴ θεομητορικὴ εἰκόνα τοῦ τέμπλου ἀναγνώρισε τὴ γυναίκα ποὺ ἐμπόδισε τὴ φάλαγγα νὰ προχωρήσει!

Ἔπεσε ἀμέσως στὰ γόνατα καὶ φώναξε μὲ θαυμασμό:

- Αὐτὴ ἡ γυναίκα σᾶς ἔσωσε! Νὰ τὴν τιμᾶτε καὶ νὰ τὴ δοξάζετε.

Ὁ Ὀρχομενὸς σώθηκε. Ὁ Χόφμαν διατάζει νὰ ἐλευθερωθοῦν οἱ ἑξακόσιοι μελλοθάνατοι καὶ ὑπόσχεται πὼς μέχρι τὸ τέλος τοῦ πολέμου ἡ πόλη δὲν θὰ πάθει κανένα κακό. Οἱ κάτοικοι εὐχαριστοῦν καὶ δοξολογοῦν τὴν προστάτιδα Θεοτόκο γιὰ τὴν ἀνέλπιστη σωτηρία τους.

Ὁ ἥλιος γέρνει στὴ δύση. Τὰ τὰνκ φεύγουν μὲ τὰ πυροβόλα κατεβασμένα, γιατὶ νικήθηκαν ἀπὸ τὴν ὑπέρμαχο Στρατηγὸ τοῦ Ὀρχομενοῦ.

Ἀπὸ τότε ἡ 10η Σεπτεμβρίου καθιερώθηκε σὰν ἡμέρα πανηγύρεως. Ὅσο ζοῦσε ὁ Χόφμαν, παρευρισκόταν κι αὐτὸς σχεδὸν κάθε χρόνο. Ἀφιέρωσε μάλιστα στὴν Παναγία ἕνα μεγάλο καντήλι καὶ χρηματοδότησε τὴν πρώτη ἀπεικόνιση τοῦ θαύματος.


Παναγία ἡ Σπηλιώτισσα

Στὸ μοναστήρι τῆς Σπηλιᾶς τῶν Ἀγράφων ὑπάρχει μία θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ποὺ βρέθηκε τὸ 1904 μὲ τρόπο θαυμαστὸ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Ἀθανάσιο καὶ Παρθένιο. Στὰ χρόνια της τουρκικῆς σκλαβιᾶς, ὅλος ὁ θεσσαλικὸς κάμπος ἔχει προσκυνήσει τὸν Τοῦρκο. Στὸ μοναστήρι ὅμως τῆς Παναγίας τῆς Σπηλιώτισσας, πυργωμένο σὰν ἀετοφωλιὰ σὲ μίαν ἀπρόσιτη κορυφὴ τῶν Ἄγραφων, δὲν ἔχει πατήσει ὁ κατακτητής.

Γιὰ νὰ φτάσεις ὡς ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ περάσεις ἕνα κατηφορικὸ μονοπάτι, ἀπότομο καὶ πλαγιαστό, ποὺ ἴσα-ἴσα χωροῦσε ἕνας ἄνθρωπος. Κάτω ἔχασκε ἡ ἄβυσσος.

Στὸ πανηγύρι τῆς μονῆς, τὸν Δεκαπενταύγουστο, μερικοὶ εὐλαβεῖς προσκυνητὲς ἔβλεπαν τὴν ἴδια τὴν Παναγία. Τὴν ἔβλεπαν νὰ στέκεται πελώρια στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ μὲ ἀνοιχτὰ τὰ χέρια, τεῖχος γι᾿ αὐτοὺς ποὺ πήγαιναν νὰ τὴν τιμήσουν, μὴν ξεγλιστρήσει κανεὶς στὸ βάραθρο. Λένε ἀκόμη πὼς κανεὶς ποτὲ δὲν χάθηκε ἀπ᾿ ὅσους κατευθύνονταν ἐκεῖ.

Τὸ μοναστήρι λοιπὸν εἶχε γίνει καρφὶ στὸ μάτι τῶν ἀπίστων. Τὸ εἶχαν καημό. Ὁλόκληρη τουρκιὰ νὰ σκοντάφτει σὲ λίγες πέτρες καὶ ντουβάρια!

Μὰ πῶς νὰ φτάσουν ὡς ἐκεῖ; Ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴν κοπιαστικὴ πορεία -ἤθελαν δυὸ μέρες δρόμο ἀπὸ τὸ Μουζάκι σὲ μέρη ἄγνωστα καὶ ἀφιλόξενα -, ἔπρεπε νὰ περάσουν ἐκεῖνο τὸ ἀπόκρημνο μονοπάτι. Κι ἂν κυλήσει κανεὶς στὸν κατήφορο καὶ παρασύρει κι ἄλλους, καὶ γίνει πανικὸς καὶ χαθοῦν οἱ γενίτσαροι;

Σκέφτηκαν νὰ τοὺς κάνουν ἀποκλεισμό. Πόσο ὅμως θὰ κρατοῦσαν; Θὰ ῾ρχόταν ὁ χειμώνας, θὰ ἔπεφτε ἕνα μπόι χιόνι καὶ θά ῾πρεπε νὰ φύγουν. Ὕστερα ἐκεῖνοι οἱ κατσικάνθρωποι τῶν γύρω χωριῶν θὰ σκαρφάλωναν ἀπὸ ἄλλου καὶ θὰ ἔφταναν ὡς ἐκεῖ. Ἄσε ποὺ τὰ κελάρια τῆς μονῆς θὰ ἦταν γεμάτα. Μὰ κι ἐκεῖνα τὰ σκυλιὰ τὶς πιὸ πολλὲς ἡμέρες τοῦ χρόνου νηστεύουν τοῦ θανατᾶ. Καρφὶ δὲν θὰ τοὺς καιγόταν, ἂν τοὺς πολιορκοῦσαν.

Στέλνουν λοιπὸν μήνυμα στοὺς μοναχούς της Σπηλιᾶς - πρᾶγμα ποὺ καὶ παλιὰ τὸ εἶχαν κάνει -γιὰ νὰ ῾ρθοῦν νὰ προσκυνήσουν, νὰ ὑποταγοῦν. Κανένα ὅμως ἀποτέλεσμα. Ὡς κι ὁ δεσπότης τοὺς ἔστειλε μήνυμα νὰ κατέβουν καὶ νὰ ὑποταγοῦν, κρατώντας βέβαια τὴν πίστη τους, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν:

- Ἅγιε Δέσποτα, σὲ νοιώθουμε καὶ σὲ καταλαβαίνουμε. Ὁ δρόμος σου εἶναι Γολγοθᾶς. Κάνε σὺ τὸ χρέος σου, κι ἄσε νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς τὸ δικό μας.

Τέλος οἱ τοῦρκοι ἀποφάσισαν νὰ τοὺς χτυπήσουν. Ἕνα πρωὶ οἱ καλόγεροι βρέθηκαν ζωσμένοι ἀπὸ τοὺς ἀπίστους.

- Ἀνοῖξτε! τοὺς φώναξαν. Φίλοι εἴμαστε. Θὰ μποῦμε σὰν ἐπισκέπτες.

- Ἄπιστους δὲν δέχεται ἡ χάρη της, ἀποκρίθηκαν οἱ μοναχοί.

Ὕστερα ἀμπάρωσαν τὶς πόρτες, ταμπουρώθηκαν καὶ ἄρχισε ἡ μάχη· οἱ χαράδρες ἀντιλάλησαν ἀπὸ τὸ ντουφεκίδι. Κάποτε ὅμως οἱ βαρεῖες πόρτες ὑποχώρησαν καὶ οἱ Ἀγαρηνοὶ ὄρμισαν μέσα με ἀλαλαγμούς· οἱ καλόγεροι δὲν εἶχαν πιὰ ντουφέκια, βόλια, μπαρούτι. Ἅρπαξαν μαχαίρια, ξύλα καὶ πέτρες. Ὁ ἀγώνας ἦταν ἄνισος, καὶ τὸ αἷμα δὲν ἄργησε νὰ πορφυρώσει τὰ τριμμένα καὶ σκονισμένα ράσα.

Ὁ ἡγούμενος ἦταν τὴν ὥρα ἐκείνη στὸ ἱερὸ κι ἔκανε τὴν κατάλυση. οἱ ἄπιστοι τὸν ἅρπαξαν, τὸν ἔδεσαν, τὸν βασάνισαν. Ὕστερα ἔκαψαν καὶ ποδοπάτησαν τὶς ἁγίες εἰκόνες καὶ πῆγαν κι ἔφεραν τὸ ἅγιο δισκοπότηρο, ποὺ εἶχε ἀκόμη μέσα τὴν ἁγία μετάληψη. Ἕνας Τοῦρκος τότε τὸ ἅρπαξε καὶ τὸ πέταξε στὸν γκρεμό.

- Σκυλί! οὔρλιασε ὁ γέροντας, καὶ τὰ μάτια του γέμισαν δάκρυα.

Ἕνα χαντζάρι ἀνέμισε στὸν ἀέρα καὶ κατεβαίνοντας ἔκοψε τὸ κεφάλι τοῦ ἡγουμένου.

Τρεῖς ἡμέρες οἱ γενίτσαροι γλεντοῦσαν τὴ νίκη τους. Κι ὅταν κουράστηκαν νὰ γλεντοῦν, ξεκίνησαν γιὰ τὸν κάμπο.

Ἡ εἴδηση τῆς καταστροφῆς ἔπεσε στὴν περιοχὴ σὰν κεραυνός. -Οἱ Τοῦρκοι πάτησαν τὸ μοναστήρι τῆς Παναγιᾶς!

- Καὶ θαῦμα;

- Δὲν ἔγινε.

- Τίποτε;

- Τίποτε.

Μπροστά, πάνω σὲ μία λεία πέτρα ἦταν, σφηνωμένο λές, τὸ ἅγιο δισκοπότηρο. Ἦταν τὸ δισκοπότηρο τῆς Σπηλιᾶς. Μέσα του ἀνέπαφη μοσχοβολοῦσε ἡ τελευταῖα μετάληψη, ποὺ δὲν πρόφτασε ὁ ἡγούμενος νὰ καταλύσει.

Ὁ παπὰς ἔτρεμε. Ὅλοι τους τώρα ἔκλαιγαν. Ἦταν μάρτυρες ἑνὸς θαύματος.

Ὁ παπὰς σήκωσε εὐλαβικὰ τὸ δισκοπότηρο κι ἄρχισαν τὸν ἀνήφορο. Τὸ τσοπανόπουλο ἀνέβηκε πετώντας, εἰδοποίησε τὸ χωριὸ καὶ χτύπησαν χαρμόσυνα τὴν καμπάνα. Ὕστερα βγῆκαν νὰ τοὺς προϋπαντήσουν.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ξεκίνησαν ὅλοι γιὰ τὸ μοναστήρι. Οἱ παπάδες λαμπροφορημένοι, τὰ ἑξαπτέρυγα, τὰ θυμιατὰ καὶ κόσμος πολύς. Ἐκεῖ ἀποθέσανε τὸ ἅγιο δισκοπότηρο, λειτουργήθηκαν καὶ δόξασαν τὴν Παναγία Σπηλιώτισσα γιὰ τὸ θαῦμα της.

Τὸ τσοπανόπουλο ἀπὸ κείνη τὴν ἡμέρα ἔμεινε στὸ μοναστήρι καὶ τὸ ξανάνοιξε ὕστερ᾿ ἀπὸ τὴν καταστροφή. Ἦταν διαλεγμένος ἀπὸ τὴν Παναγία. Ἔγινε καλόγερος, κι ὅταν ἀργότερα γέμισε ἡ Σπηλιὰ ἀπὸ μοναχούς, ἦταν ἕνας ἐνάρετος καὶ φωτισμένος ἡγούμενος. Καὶ δὲν ἔπαυε νὰ διηγεῖται μὲ ἁπλότητα καὶ ταπείνωση τὸ θαῦμα ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ.

Ἀπὸ τότε ἡ Παναγία πάντα θὰ κάνει καὶ κάποιο θαῦμα στὸ πανηγύρι της


Παναγία ἡ Προυσιώτισσα

Ψηλά, στὶς ἐλατόφυτες βουνοκορφὲς τῆς νοτιοδυτικῆς Εὐρυτανίας, καὶ σφηνωμένη ἀνάμεσα σὲ κάθετους γκριζωποὺς βράχους μὲ ἄγρια μεγαλοπρέπεια, προβάλλει ἡ ἱερὰ μονὴ τοῦ Προυσσοῦ.

Εἶναι σταυροπηγιακὸ καὶ ἱστορικὸ μοναστήρι, μὲ μεγαλόπρεπα τριώροφα κτίρια. Ἀνάμεσα τοὺς ὑπάρχει σπήλαιο λαξευμένο, ποὺ φιλοξενεῖ στὸ ἐσωτερικό του τὸν πρῶτο καὶ παλαιὸ ναὸ τῆς μονῆς. Μέσα σ᾿ αὐτὸν φυλάσσεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ποὺ ἐπονομάζεται Προυσιώτισσα.

Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἦταν τοποθετημένη σ᾿ ἕνα ναὸ τῆς Προύσας. Στὰ χρόνια της εἰκονομαχίας (829) τὴν παρέλαβε κάποιος ἄρχοντας, ποὺ σκόπευε νὰ τὴ μεταφέρει στὴν Ἑλλάδα γιὰ ἀσφάλεια. Ὅταν ὅμως ἔφθασε στὴν Καλλίπολη, ἔχασε τὴν εἰκόνα, ἡ ὁποία κατευθύνθηκε θαυματουργικὰ στὸ σημεῖο ποὺ βρίσκεται σήμερα ἡ μονὴ τοῦ Προύσου. Τὸ γεγονὸς σύντομα διαδόθηκε. Δὲν ἄργησε νὰ φθάσει καὶ στ᾿ αὐτιὰ τοῦ ἄρχοντα ποὺ τὴ μετέφερε. Ἔτρεξε, τὴν ἀναγνώρισε συγκινημένος, ἐκάρη ἐκεῖ μοναχὸς καὶ θεωρεῖται ὁ πρῶτος κτίτωρ τῆς μονῆς.

Ἡ τιμωρία τοῦ Γερμανοῦ

Στὸ ἱστορικό της μονῆς ἀναφέρεται ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατίας καταστράφηκε πολλὲς φορές. Ἡ τελευταία ὅμως καταστροφή, ποὺ μετέβαλε τὰ κτίρια σὲ σωροὺς ἐρειπίων, ἔγινε τὸ 1944 ἀπὸ τοὺς Γερμανούς.

Μετὰ τὴν καταστροφὴ τῶν κτισμάτων, ἕνας ἀξιωματικὸς θέλησε νὰ κάψει καὶ τὴν ἐκκλησία. Προσπάθησε πολλὲς φορές, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ λοιπὸν στεκόταν ἀπ᾿ ἔξω κι ἔδινε διαταγές, τιμωρήθηκε παραδειγματικὰ ἀπὸ τὸ χέρι τῆς Παναγίας. Μία ἀόρατη δύναμη τὸν ἔριξε μὲ ὁρμὴ πάνω στὸ πλακόστρωτο. Τὸ χτύπημα ἦταν δυνατό, καὶ ὁ Γερμανὸς ἀνίκανος νὰ σηκωθεῖ. Τὸν σήκωσαν οἱ στρατιῶτες καὶ τὸν ἔβαλαν πάνω σὲ ζῶο γιὰ νὰ τὸν μεταφέρουν στὸ Ἀγρίνιο.

Ἔτσι ὁ ναὸς παρέμεινε ἀβλαβής, ὅπως διαφυλάχθηκε ἀκέραιος διὰ μέσου τῶν αἰώνων.

Ἡ ἄγνωστη «καλόγρια».

Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ὁ ἐμφύλιος πόλεμος τώρα μαίνεται στὴν ἑλληνικὴ ὕπαιθρο. οἱ κάτοικοι τῆς Εὐρυτανίας καὶ ὀρεινῆς Ναυπακτίας ἐγκαταλείπουν τὰ χωριά τους καὶ προσφεύγουν γιὰ ἀσφάλεια σὲ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Μαζί τους προσφεύγει καὶ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἀκολουθεῖ κι αὐτὴ τὴν τύχη τῶν παιδιῶν της καὶ μεταφέρεται ἀπὸ τοὺς μοναχούς του Προυσοῦ στὴ ἀκρόπολη τῆς Ναυπάκτου. Τὸ μοναστήρι παραμένει τελείως ἔρημο.

Ὕστερα ἀπὸ καιρὸ ἀρχίζουν οἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἐνάτη μεραρχία ἀναλαμβάνει ἐκκαθαριστικὲς ἐπιχειρήσεις στὴν Εὐρυτανία. Μερικὰ τμήματα περνοῦν ἀπὸ τὸν Προυσό. Ὁρισμένοι ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες πλησιάζουν στὴ σκοτεινὴ ἐκκλησούλα τῆς σπηλιᾶς καὶ μπαίνουν γιὰ νὰ προσκυνήσουν.

Ἐκεῖ μέσα ἀντικρίζουν ἕνα παράδοξο θέαμα: Μπροστὰ τὸ τέμπλο, στ᾿ ἀριστερά της ὡραίας πύλης, νὰ ἀναμμένο καντήλι καὶ μία καλόγρια γονατιστή.

Οἱ στρατιῶτες ἀποροῦν. Πῶς ζεῖ αὐτὴ ἡ μοναχὴ ἐδῶ, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Εὐρυτανία εἶναι τελείως ἔρημη ἀπὸ κατοίκους; Πῶς συντηρεῖται, τί τρώει, ποῦ βρίσκει λάδι γιὰ τὸ καντήλι; Τὴν ἐρωτοῦν λοιπόν, κι ἐκείνη σεμνὰ καὶ πονεμένα τοὺς ἁπαντά:

- Παιδιά μου, ζῶ ἐδῶ μοναχή μου δυόμισι τώρα χρόνια. Γιὰ τὴ δική μου ζωὴ δὲν χρειάζονται φαγητὸ καὶ ψωμί. Μοῦ ἀρκεῖ ὅτι ἔχω τὸ καντήλι μου ἀναμμένο.

Οἱ στρατιῶτες, κουρασμένοι ἀπὸ τὶς ἐπιχειρήσεις καὶ βιαστικοὶ νὰ φύγουν, δὲν ἔδωσαν προσοχὴ στὰ λόγια της. Τὴν ἑπομένη ὅμως, ὅταν τὰ ἔφεραν πάλι στὴ μνήμη τους, κατάλαβαν πὼς ἐπρόκειτο γιὰ κάτι θαυμαστό. Κι ὅταν ἀργότερα περνοῦσαν ἀπὸ τὴ Ναύπακτο, ζήτησαν μὲ ἐπιμονὴ ἄδεια ἀπὸ τὸν διοικητὴ τοὺς γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν μητροπολίτη.

Ὁ ἐπίσκοπος Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας Χριστόφορος τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ ἀγάπη, κι ἀφοῦ τοὺς ἄκουσε συγκινημένος, ἔριξε φῶς στὸ μυστήριο.

- Ὁ ναός, τοὺς εἶπε, ποὺ ἐπισκεφθήκατε, ἀνήκει στὴν ἔρημη τώρα ἱερὰ μονὴ Προυσιώτισσας, τῆς ὁποίας ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα βρίσκεται πάνω ἀπὸ δυὸ χρόνια ἐδῶ, στὸ παρεκκλήσι τῆς μητροπόλεώς μας, στὸν ἅγιο Διονύσιο. Πηγαίνετε νὰ τὴν προσκυνήσετε, καὶ θὰ καταλάβετε...

Πῆγαν πράγματι καὶ προσκύνησαν. Τότε αὐθόρμητα στὸν καθένα δόθηκε ἡ ἐξήγηση στὴν ἀπορία του: Στὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος ἀναγνώρισαν τὴ μοναχὴ ἐκείνη ποὺ συνάντησαν στὸ ἐκκλησάκι τῆς σπηλιᾶς, ψηλὰ στὸν Προυσό!


Παναγία ἡ Μαλεβή

Πάρνωνας, τὸ κατάφυτο Βουνὸ τῆς Κυνουρίας μὲ τὰ πολλὰ μοναστήρια, φιλοξενεῖ στὴ βορεινὴ τοῦ πλευρὰ τὴν ἱερὰ μονὴ τῆς Παναγίας Μαλεβῆς.

Ἡ θεομητορικὴ εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ποὺ φυλάσσεται σ᾿ αὐτή, ἡ μυροβλύτισσα καὶ θαυματουργή, ἔχει σαγηνεύσει τὶς τελευταῖες δεκαετίες τὸ πανελλήνιο.

Τὸ ἅγιο μύρο ἀναβλύζει εὐωδιαστὸ ἀπὸ τὴν ἁγία εἰκόνα. Συχνὰ εἶναι τόσο πολύ, ὥστε κατεβαίνει στὸ προσκυνητάρι καὶ φθάνει μέχρι τὸ δάπεδο τοῦ ναοῦ.

Ἡ γυναίκα μὲ τὸ μύρο. Ὁ ἀείμνηστος λαϊκὸς ἱεροκήρυκας Δ. Παναγόπουλος, ὁ ὁποῖος συντέλεσε πολὺ στὴ διάδοση τοῦ θαυμαστοῦ αὐτοῦ γεγονότος, διηγεῖται τὴν ἐντυπωσιακὴ γνωριμία του μὲ τὸ ἅγιο μύρο καὶ τὸ μοναστήρι τῆς Μαλεβῆς:

Μετὰ τὸ τέλος μίας ὁμιλίας μου, μὲ πλησιάζει κάποια ἄγνωστη μαυροφορεμένη γυναίκα. Κρατοῦσε στὸ χέρι λευκὸ φάκελο μὲ ἀρκετὸ μπαμπάκι, ποὺ ἀνέδιδε μία πρωτόγνωρη εὐωδιά. Μοῦ τὸ προσφέρει καὶ μοῦ λέει:

- Κύριε Παναγόπουλε, αὐτὸ εἶναι μπαμπάκι μὲ ἅγιο μύρο ἀπὸ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς μονῆς Μαλεβῆς, ποὺ βρίσκεται στὸ Ἄστρος τῆς Κυνουρίας. Σᾶς τὸ στέλνουν σὰν εὐλογία καὶ σᾶς περιμένουν νὰ πᾶτε.

Τὸ πῆρα, τὸ ἀσπάστηκα καὶ τὸ ὀσφράνθηκα. Ἔνοιωσα μία ἀσυνήθιστη καὶ ἀπερίγραπτη εὐωδία.

Σ᾿ ἕνα ἀκριβῶς χρόνο μὲ πλησιάζει πάλι μετὰ τὴν ὁμιλία μου μία ἄγνωστη μαυροφορεμένη γυναίκα, ἡ ὁποία μου προσφέρει καὶ μοῦ ἐπαναλαμβάνει ὅ,τι καὶ τὴν πρώτη φορά.

Τὸν τρίτο χρόνο συνέβη πάλι τὸ ἴδιο. Τότε, σὰν νὰ ξύπνησα ἀπὸ λήθαργο, ἀναρωτήθηκα ποιὰ νὰ ἦταν αὐτὴ ἡ γυναίκα ποὺ μὲ ἐπισκέφθηκε γιὰ τρίτη ἤδη φορά!

Τὸ 1970 ἀξιώθηκα νὰ κάνω ἕνα προσκύνημα στὴ μονὴ τῆς Μαλεβῆς. Πρὶν ἀκόμη μπῶ στὸ μοναστήρι, μὲ ὑποδέχτηκε τὸ οὐράνιο ἐκεῖνο ἄρωμα ποὺ πρὶν τρία χρόνια εἶχα ὀσφρανθεῖ ἀπὸ τὸ μπαμπάκι τῆς μαυροφορεμένης γυναίκας.

Ἡ συγκίνησή μου τὴ βραδιὰ ἐκείνη στὸ μοναστήρι ἦταν ἀπερίγραπτη. Ὓστερ᾿ ἀπ᾿ αὐτὸ ἐφοδιάστηκα μὲ φωτογραφίες καὶ κράτησα στοιχεῖα γιὰ τὴ μονὴ καὶ τὴν ἱερὴ εἰκόνα, μὲ σκοπὸ νὰ βοηθήσω κι ἐγὼ στὴ διάδοση τοῦ θαυμαστοῦ γεγονότος».

Ἡ θεραπεία τῆς δόκιμης μοναχῆς. Μεταξὺ τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων θαυμάτων ποὺ ἐνεργεῖ ἡ χάρη τῆς Παναγίας Μαλεβῆς, εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ θεραπεία τῆς δόκιμης μοναχῆς Βερονίκης, στὴ μονὴ ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, στὸν συνοικισμὸ τοῦ Παπάγου:

Ἡ Βερονίκη ἔπασχε ἀπὸ καρκίνο. Εἶχε νοσηλευθεῖ πολλὲς φορὲς στὸ νοσοκομεῖο τῆς Βούλας. Τελικὰ ἐπέστρεψε στὴ μονή της, παράλυτη στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια, γιὰ νὰ πεθάνει ἐκεῖ.

Οἱ μοναχὲς συμφώνησαν νὰ καρεῖ μεγαλόσχημη τὴν Τετάρτη, 8 Μαρτίου 1970, γιὰ νὰ «φύγει» σὰν μοναχή. Ὁ γιατρὸς ὅμως δὲν ἔδινε πολλὰ περιθώρια ζωῆς, γι᾿ αὐτὸ ἀποφασίστηκε νὰ γίνει ἡ κουρὰ τὴν Κυριακή της 5ης Μαρτίου στὸν ἑσπερινό.


Παναγία ἡ Παραμυθία

«Χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεόν παῤῥησία»

Ἰανουάριος τοῦ 807. Ὁ ἀλγερίνος ληστοπειρατής Βαρδουχάν, ἔχοντας σάν βάση ἐξορμήσεως τὴ Μῆλο, λυμαίνεται μέ τὰ δεκαεπτὰ πειρατικὰ του πλοῖα τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, τὰ παράλια τῆς Θράκης καὶ τῆς Μ. Ἀσίας.

τὸν μήνα αὐτὸ ἀποφασίζει νὰ στραφεῖ ἐνατίον τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἑτοιμάζει δέκα πλοῖα, παίρνει μαζί του διακόσιους πειρατὲς καὶ ξεκινᾶ γιὰ τὴ μονὴ Βατοπεδίου. Μέ τὸ χάραμα τῆς 21ης Ἰανουαρίου προσορμίστηκαν στὸ λιμανάκι τοῦ μοναστηριοῦ, βγῆκαν στὴ στεριὰ καὶ περίμεναν κρυμμένοι τὸ πρωινὸ ἄνοιγμα τῆς πύλης γιὰ νὰ εἰσορμήσουν.

Οἱ μοναχοὶ μόλις εἶχαν τελειώσει τὴν ὀρθρινὴ ἀκολουθία, καὶ ἀποσύρονταν στὰ κελλιὰ τους γιὰ νὰ ἡσυχάσουν. στὴν Ἐκκλησία ἔμεινε μόνος ὁ ἡγούμενος καὶ συνέχισε τὴν προσευχὴ του.

Ξαφνικὰ ἀκούει μιὰ φωνὴ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας:

–Νὰ μήν ἀνοίξετε σήμερα τίς πύλες. Ἀνεβεῖτε στὰ τείχη καὶ διῶξτε τοὺς πειρατές.

Γυρίζει ἀπορημένος ἀπὸ τὸ παράδοξο ἄκουσμα καὶ κοιτάζει τὴ Θεοτόκο. Βλέπει τότε ἄλλο θαῦμα ἐκπληκτικώτερο: τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας καὶ τοῦ θείου Βρέφους εἶχαν ζωντανέψει. τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ μικρός Ἰησοῦς ἁπλώνει τὸ χέρι, σκεπάζει τὸ στόμα τῆς Παναγίας Μητέρας Του, καὶ στρέφοντας τὸ πρόσωπό Του πρὸς αὐτὴν τῆς λέει:

–Ὄχι, μητέρα, μήν τὸ λές! Ἄφησέ τους νὰ τιμωρηθοῦν, ὅπως τοὺς ἀξίζει!

Ἡ Παναγία ὅμως πιάνει τὸ χέρι τοῦ Υἱοῦ της, στρέφει λίγο δεξιὰ τὸ πρόσωπό της καὶ ξαναλέει:

–Νὰ μήν ἀνοίξετε σήμερα τίς πύλες τῆς μονῆς!

Ὁ ἡγούμενος συγκλονισμένος σύναξε τοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς διηγήθηκε ὅσα θαυμαστὰ εἶδε καὶ ἄκουσε. Κι ἐκεῖνοι διαπίστωσαν μέ δέος ὅτι τὰ ἱερὰ πρόσωπα στὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος εἶχαν ἀλλάξει στάση καὶ ἔκφραση. Ὕστερα, ἀφοῦ εὐχαρίστησαν τὴν Παναγία γιὰ τὴ σωτήρια πρόνοιὰ της, ἀνέβηκαν στὰ τείχη.

Ἦταν καιρός. Οἱ πειρατές μέ σκάλες καὶ τσεκούρια ἑτοιμάζονταν γιὰ τὴν ἀναῤῥίχηση. Ὁ ἡγούμενος, ὄρθιος στίς ἐπάλξες, τοὺς ἄφησε πρῶτα νὰ πλησιάσουν. Ὕστερα, ὑψώνοντας τὸν Τίμιο Σταυρό, ἔδωσε τὸ σύνθημα γιὰ τὴν ἀπόκρουση.

Δέκα πειρατές ἔπεσαν ἀμέσως νεκροί, ἄλλοι τραυματίστηκαν, καὶ οἱ ὑπόλοιποι μπῆκαν στὰ πλοῖα κι ἔφυγαν.

Οἱ μοναχοὶ κατέβηκαν συγκινημένοι στὸν ναὸ καὶ εὐχαρίστησαν γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὴ Θεοτόκο. Ἀπὸ τότε ἡ εἰκόνα πῆρε τὴν προσωνυμία «Παραμυθία», δηλαδὴ παρηγορία, καὶ παραμένει μέχρι σήμερα ἀλλαγμένη, γιὰ νὰ θυμίζει τὸ θαυμαστὸ ἐκεῖνο γεγονός.


Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἔζησε στὰ χρόνια της βασιλείας Λέοντος Γ´ τοῦ Ἰσαύρου (717-741), καθὼς καὶ τοῦ διαδόχου του Κωνσταντίνου τοῦ Κοπρωνύμου.

Πατρίδα του ἦταν ἡ Δαμασκὸς τῆς Συρίας, ἕδρα τότε τοῦ ἀραβικοῦ χαλιφάτου. Οἱ γονεῖς του, ἐπιφανεῖς Ἑλληνοσύριοι, συγκαταλέγονταν στοὺς ἐλάχιστους χριστιανοὺς τῆς πόλεως. Ὁ πατέρας του Σέργιος ἦταν ὑπουργὸς στὴν κυβέρνηση τοῦ χαλίφη, ὑπεύθυνος γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῶν χριστιανῶν. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ὁ ὅσιος ἀκολούθησε τὶς ἐγκύκλιες σπουδὲς κοντὰ στὸν σοφὸ δάσκαλο Κοσμᾶ, αἰχμάλωτο ἕλληνα μοναχὸ ἀπὸ τὴν Ἰταλία. Μὲ τὴν ὀξύνοια καὶ ἐπιμέλειά του ἀπέκτησε σύντομα ἄρτια παιδεία, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ συγγράμματά του.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, μπαίνει κι αὐτὸς στὴν ὑπηρεσία τοῦ χαλιφάτου σὰν πρωτοσύμβουλος. Μὲ τὴν κήρυξη τῆς εἰκονομαχίας ἀπὸ τὸν Λέοντα Ἴσαυρο ὁ Ἰωάννης ἀποδύεται μὲ τὴν πέννα του στὸν ἀγώνα ὑπὲρ τῶν Ἱερῶν εἰκόνων. Μὲ τὴ «μαχαίρα τοῦ Πνεύματος» στηλιτεύει τὸ δόγμα τοῦ Λέοντος. Τεκμηριώνει τὶς θέσεις του μὲ θεολογικὲς ἀποδείξεις, Ἱστορικὰ στοιχεῖα καὶ ἁγιολογικὰ παραδείγματα, καὶ ἀποκαλεῖ τοὺς εἰκονομάχους αἱρετικοὺς καὶ ἀντίθεους.

Ὁ Λέων θέλησε νὰ τὸν ἐκδικηθεῖ. Πλαστογραφεῖ λοιπὸν μία ἐπιστολὴ τοῦ Ἰωάννη καὶ τὴ στέλνει στὸν χαλίφη τῆς Δαμασκοῦ. Μ᾿ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ ζητοῦσε τάχα ὁ ὅσιος ἀπὸ τὸν βασιλιὰ νὰ τὸν γλιτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ χαλίφη.

Ὁ ἄρχοντας ὀργισμένος καλεῖ τὸν Ἰωάννη καί, χωρὶς νὰ τοῦ ἐπιτρέψει ν᾿ ἀπολογηθεῖ, διατάζει νὰ τοῦ κόψουν τὸ δεξὶ χέρι. Σὲ λίγο τὸ ἱερὸ ἐκεῖνο χέρι ποὺ στηλίτευε τοὺς εἰκονομάχους κόπηκε, καὶ βαμμένο στὸ αἷμα τοῦ κρεμάστηκε στὴν ἀγορὰ σὲ δημόσια θέα.

Τὸ βράδυ ὁ ὅσιος στέλνει μεσίτες καὶ ζητᾶ τὸ χέρι του νὰ τὸ ἐνταφιάσει. Μόλις τὸ φέρνουν, τὸ παίρνει καὶ κατευθύνεται στὸ ἐκκλησάκι ποὺ εἶχε στὸ σπίτι του. Πλησιάζει στὴν εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, πέφτει μὲ τὸ πρόσωπο καταγῆς, τοποθετεῖ τὸ κομμένο χέρι στὴ θέση του καὶ παρακαλεῖ καὶ θρηνεῖ καὶ στενάζει:

«Δέσποινα πάναγνη, Μητέρα τοῦ Θεοῦ μου, ἡ δεξιά μου κόπηκε γιὰ τὶς σεπτὲς εἰκόνες. Δὲν ἀγνοεῖς τὴν ἀφορμὴ π᾿ ὀργίστηκε ὁ Λέων. Πρόφθασε γρήγορα λοιπὸν καὶ γιάτρεψε τὸ χέρι. Ἡ δεξιὰ τοῦ Ποιητοῦ, ποὺ εἶν᾿ ἐκ τῆς σαρκός σου, πολλὲς δυνάμεις ἐνεργεῖ μὲ τὴν παράκλησή σου. Τώρα λοιπὸν τὸ δεξιὸ θεράπευσέ μου χέρι, γιὰ νὰ συγγράφει μὲ ρυθμὸ καὶ ἁρμονία ὕμνους, ὅσους μοῦ δώσεις νὰ ποιῶ γιὰ σὲ καὶ τὸν Υἱό σου καὶ γιὰ τὴν ὑπεράσπιση πίστεως ὀρθοδόξου. Ὅσα ζητήσεις δύνασαι ὡς τοῦ Θεοῦ μητέρα!» Αὐτὰ εἶπε μὲ δάκρυα ὁ ὅσιος κι ἀποκοιμήθηκε. Βλέπει τότε τὴ Θεομήτορα στὴν εἰκόνα της, νὰ τὸν κοιτάζει μὲ Ἱλαρότητα καὶ πονετικὰ νὰ τοῦ λέει:

- Γιὰ κοίτα! Τὸ χέρι σου θεραπεύτηκε. Μὴ στενοχωριέσαι ἄλλο. Κάνε τὸ ὅμως, καθὼς μοῦ ὑποσχέθηκες, «κάλαμον γραμματέως ὀξυγράφου».

Ξυπνᾶ ὁ Ἰωάννης καὶ βλέπει κατάπληκτος τὸ χέρι τοῦ θεραπευμένο καὶ συγκολλημένο. Ἦταν τόση ἡ χαρά του, ὥστε ὅλη ἐκείνη τὴ νύχτα ἔψαλλε ἐγκώμια καὶ εὐχαριστίες στὴν Παναγία.

Ἡ θαυμαστὴ θεραπεία τὸν ἔχει συγκλονίσει βαθιὰ καὶ τὸν ὁδηγεῖ σὲ μία μεγάλη ἀπόφαση. Ἐλευθερώνει τοὺς δούλους του, μοιράζει τὴν περιουσία του καὶ ξεκινᾶ ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε βιοτικὸ γιὰ τὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Σάββα μὲ τὸν σκοπὸ νὰ μονάσει.

Ἐκεῖ δείχνει ἀπαράμιλλη ὑπακοὴ καὶ ταπείνωση στὸν γέροντά του. Δὲν κάνει τίποτε χωρὶς τὴν εὐλογία του. Κάποτε ὅμως ὁ γείτονάς του μοναχὸς τὸν πίεσε νὰ γράψει ἕνα νεκρώσιμο ὕμνο. Ἐκεῖνος συνέθεσε τὸ τροπάριο «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα...» καὶ τὸ ἔψαλλε κατανυκτικὰ στὸ κελί του.

Ὁ γέροντας τυχαῖα τὸν ἄκουσε. Κι ἐπειδὴ τοῦ εἶχε ἀπαγορεύσει νὰ συγγράφει καὶ νὰ ψάλλει, τὸν κανόνισε μὲ τὸ ἐπιτίμιο νὰ καθαρίσει ὅλα τὰ ἀποχωρητήρια τῆς μονῆς. Ὁ Ἰωάννης ὑπάκουσε πρόθυμα, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ ἀποχωρητήριο τοῦ μοναχοῦ ποὺ ἔμενε στὸ διπλανὸ κελί.

Ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγες ἡμέρες παρουσιάζεται ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος στὸν γέροντα, τὴν ὥρα ποὺ κοιμόταν, καὶ τοῦ λέει:

- Γιατί ἔφραξες τέτοια πηγή, ποῦ ἀναβλύζει οὐράνιο νέκταρ; Ἄφησέ τη νὰ τρέξει, γιὰ νὰ ποτίσει ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Ὁ Ἰωάννης θὰ ὑπερβεῖ τὴ λύρα τοῦ Δαβίδ, θὰ συνθέσει ὕμνους καλύτερους ἀπ᾿ τὴν ᾠδὴ τοῦ Μωυσῆ καὶ θὰ μελωδήσει πιὸ τεχνικὰ ἀπὸ τὸν Ὀρφέα. Θὰ στηλιτεύσει τὶς αἱρέσεις καὶ θὰ ὀρθοτομήσει τὰ δόγματα τῆς πίστεως.

Ἀπὸ τότε ὁ ὅσιος, μὲ τὴν εὐλογία πιὰ τοῦ γέροντά του, σὰν ἄλλος χείμαρρος πνευματικός, ἄρχισε νὰ ψάλλει, νὰ στιχουργεῖ, νὰ μελοποιεῖ καὶ νὰ συγγράφει πρὸς δόξαν Θεοῦ, τῆς Παναγίας Μητέρας Του καὶ τῶν ἁγίων.

Καὶ ὅταν «ἐτελείωσε τὸ ἔργον, ὃ δέδωκεν αὐτῷ ὁ Κύριος ἵνα ποιήσῃ», μετοίκησε στὸν οὐρανό, γιὰ ν᾿ ἀπολαύσει ἐκεῖ πολλαπλάσια τὴν ἀμοιβὴ τῶν κόπων του.


Τὸ ἀπόστημα τοῦ σχολάρχη

Ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις διετέλεσε διευθυντὴς στὴν Ἀθωνιάδα σχολὴ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 18ου αἰ. Στὴν ἱερὰ μονὴ Διονυσίου ὁ σοφὸς αὐτὸς ἄνδρας δοκίμασε τὴ θαυματουργικὴ δύναμη τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκάθιστου, ἡ ὁποία τὸν θεράπευσε ἀπὸ ἕνα ὀδυνηρὸ ἀπόστημα.

Θὰ διηγηθῶ, σημειώνει ὁ ἴδιος, τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε σὲ μένα ἡ Παναγία, γιὰ νὰ τῆς ἀποδώσω ἔτσι τὴν εὐγνωμοσύνη ποὺ τῆς ὀφείλω. Δὲν τὸ γράφω γιὰ νὰ ὑπερηφανευθῶ ὅτι δέχτηκα τάχα θεία ἐπίσκεψη, κι οὔτε μὲ πειράζει, ἂν θὰ μὲ χαρακτηρίσουν ἀνόητο γιὰ τὴ διήγηση.

Τὸ 1758, λοιπόν, ἤμουν σχολάρχης στὴν Ἀθωνιάδα. Ὅταν ἦρθε ἡ ἄνοιξη, παρουσιάστηκε στὸ βάθος τῆς ἀριστερῆς μου μασχάλης ἕνα ἐπικίνδυνο ἀπόστημα. Μὲ ταλαιπωροῦσε ἕνας ἐλαφρὸς πυρετὸς κι ἔνοιωθα ἐξάντληση. Τὸ ἀπόστημα διαρκῶς μεγάλωνε καὶ σκλήραινε. Ὅλο τὸ κοίλωμα τῆς μασχάλης καὶ ὁ ἀριστερὸς μαστὸς εἶχαν σκληράνει σὰν τὴν πέτρα.

Πονοῦσα φοβερά. Δὲν μποροῦσα ὄχι μόνο νὰ σταθῶ, μὰ οὔτε νὰ καθίσω, νὰ ξαπλώσω, νὰ κοιμηθῶ ἢ νὰ ἀναπνεύσω ἐλεύθερα. Ἔνοιωθα ἀπογοήτευση καὶ προτιμοῦσα τὸν θάνατο ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ταλαιπωρία.

Μερικοὶ φίλοι μὲ συμβούλευαν νὰ νοσηλευθῶ σὲ νοσοκομεῖο τῆς Χίου, τῆς Σμύρνης ἡ τῆς Θεσσαλονίκης. Κάθε ὅμως μετακίνηση ἦταν δύσκολη καὶ ἐπικίνδυνη.

Πάνω στὴν ἀπελπισία μου μαθαίνω ὅτι κάποιος Διονυσιάτης μοναχὸς Νικηφόρος εἶναι εἰδικὸς στὸ νὰ χειρουργεῖ ἀποστήματα. Παίρνω τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ. Μὲ βάλανε μὲ πολὺ κόπο σὲ μία μικρὴ βάρκα, κι ἀφοῦ κάναμε τὸν περίπλου τοῦ Ἄθωνα φθάσαμε στὴ μονὴ Διονυσίου.

Ὁ π. Νικηφόρος ἐξέτασε προσεκτικὰ τὸ ἀπόστημα καὶ μοῦ εἶπε:

- Ἔχε θάρρος. Τὴ θεραπεία ὅμως νὰ τὴν περιμένεις ἀπὸ τὸν Τίμιο Πρόδρομο, τὸν προστάτη τῆς μονῆς. Ἐγὼ μόνο σὰν Βοηθός του θὰ σοῦ χρησιμεύσω.

Συγχρόνως ἔβαλε στὸ πονεμένο μέρος μαλακτικά, γιὰ νὰ μαλακώσουν τὴ σκληρότητά του. Μέσα μου φούντωσε ἡ ἐλπίδα ὅτι μὲ τὴ δύναμη τοῦ Τιμίου Προδρόμου θὰ μὲ θεράπευε.

Ὁ π. Νικηφόρος μου ἔβαζε χίλια δυὸ καταπλάσματα. Καὶ τί δὲν ἐπινοοῦσε! Χόρτα, ρίζες, φύλλα, φροῦτα, ξύγκια, σαλιάγκια, πυρακτωμένους πλίθους, λάδια διάφορα. Τὸ ἀπόστημα ὅμως οὔτε ὑποχωροῦσε οὔτε μαλάκωνε. Ἀντίθετα, χειροτέρευε.

Τότε ὁ γέροντας ἀποφάσισε νὰ μὲ χειρουργήσει. Ἤθελε νὰ χτυπήσει τὸ κακὸ στὴ ρίζα, ἡ ὁποία, καθὼς ἔλεγε, ἦταν μεγάλη σὰν ρεβίθι. θὰ βύθιζε λοιπὸν στὸ βάθος τὸ μαχαίρι καί, βγάζοντας τὴ ρίζα ποὺ ἦταν ἡ ἀρχὴ τοῦ κακοῦ, σύντομα θὰ ἐξαφανιζόταν καὶ ὅλο τὸ ἀπόστημα.

Ἐγὼ ὅμως φοβήθηκα τὴν τόλμη τοῦ χειρούργου. Ἀπόστημα ποὺ δὲν εἶχε ὡριμάσει δὲν ἔπρεπε καὶ νὰ χειρουργηθεῖ. Γι᾿ αὐτὸ ἀρνήθηκα τὴν ἐπέμβαση. Ἔτσι ὁ π. Νικηφόρος ἀπελπίστηκε γιὰ τὴ θεραπεία μου, ἐνῶ ἐγὼ γιὰ τὴ ζωή μου.

«Ἀπογοητευμένος τελείως ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη βοήθεια, στράφηκα πρὸς τὴ Μητέρα τῆς εὐσπλαχνίας, καὶ τὴν ἱκέτευα ἐπίμονα μὲ δάκρυα νὰ μοῦ γίνει ἰατρὸς καὶ θεραπευτῆς.

- «Βλέψον ἱλέῳ ὄμματί σου καὶ ἔπισκεψαι τὴν κάκωσιν ἣν ἔχω», θρηνοῦσα μὲ χαμηλὴ φωνή.

Ὕστερα γυρίζω στοὺς παρόντες καὶ τοὺς λέω:

- Πηγαίνετε μὲ στὸ παρεκκλήσι τῆς Θεοτόκου τοῦ Ἀκαθίστου, καὶ ἀφῆστε μὲ μπροστὰ στὴ θαυματουργὴ εἰκόνα της.

Πράγματι, μὲ πῆγαν ἐκεῖ σηκωτό. Κι ἐνῶ ὁ παπὰς ἔψαλλε γιὰ χάρη μου τὴ μεγάλη Παράκληση, ἐγὼ διαρκῶς ἔκλαιγα. Τέλος ἔπεσα μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, κι ἀφοῦ ἔβρεξα τὸ ἔδαφος μὲ τὰ δάκρυά μου, ἱκέτευσα θερμὰ καὶ εἶπα:

- Μὴ μ᾿ ἀφήσεις, Μητέρα, νὰ χαθῶ. Σταμάτησε τὴ συμφορά μου. «Πάντα γὰρ δύνασαι ὡς μήτηρ οὖσα τοῦ τὰ πάντα ἰσχύοντος Θεοῦ».

Αὐτὸ ἦταν! Ἀμέσως ἔνοιωσα μέσα μου δύναμη, σηκώθηκα καὶ βγῆκα χαρούμενος ἀπὸ τὸ παρεκκλήσι. Μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς ἀδελφοῦ καὶ τοῦ μπαστουνιοῦ μου ἀνέβηκα στὸ κελί μου καὶ κοιμήθηκα ἐπὶ τέλους ὅλη τὴ νύχτα - ἐγώ, ποὺ πέρασα τόσες νύχτες ἄυπνος ἀπὸ τοὺς πόνους.

Τὸ πρωὶ ἤμουν ἤρεμος. Τὸ ἀπόστημα σὲ λίγο μαράθηκε καὶ ἐξαφανίστηκε.

Ἀπὸ τότε αἰσθάνομαι ὀφειλέτης στὴ Θεομήτορα καὶ κηρύττω παντοῦ τὸ θαῦμα της».


Ἡ μοναχὴ Ἑρμιόνη

Δὲν εἶχε κλείσει ἕνα χρόνο ἀπὸ τὸν γάμο της ἡ Ἑρμίνα, ὅταν τὴν ἐπισκέφθηκε ἡ ἐπάρατη ἀσθένεια. Γιατρὸς ἡ ἴδια, ἀριστοῦχος καὶ μὲ καριέρα, ἤξερε πολὺ καλὰ τί σημαίνει καρκίνος.

Ὁ πόνος, μικρὸς στὴν ἀρχή, διαρκῶς μεγάλωνε, ὥσπου τὴν ἔριξε στὸ στρῶμα. Ὁ σύζυγος τῆς Ἐρρίκος ἀντὶ νὰ τὴν παρηγορεῖ βαρυγκωμοῦσε.

- Νὰ πάρ᾿ ἡ ὀργή! Κακὸ ποὺ μὲ βρῆκε!

- Ἔχε ὑπομονὴ κι ἐλπίδα, γιέ μου, τὸν νουθετοῦσε ἡ γιαγιὰ τῆς Ἑρμίνας. Ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος.

- Ἀφοῦ εἶναι μεγάλος, γιατὶ καταδέχεται καὶ τὰ βάζει μ᾿ ἐμᾶς τοὺς μικρούς; διαμαρτυρόταν ἐκεῖνος.

Ἡ ἀσθένεια ἔπαιρνε μάκρος. Ὁ Ἐρρίκος δὲν ἄντεχε νὰ βλέπει τὴ σύντροφό του σ᾿ αὐτὰ τὰ χάλια, μὰ οὔτε καὶ κουράγιο τῆς ἔδινε.

Ἡ Ἑρμίνα ἦταν πεντάρφανη. Μοναδικό της στήριγμα εἶχε τὴν καλή της γιαγιά. Χάρη σ᾿ αὐτὴν εἶχε πάρει τὸν καλὸ δρόμο κι εἶχε γίνει χαρακτήρας σεμνός, σοβαρὸς καὶ εὐσεβῆς.

- Γιαγιά μου, πόσο σὲ κουράζω τώρα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ σὲ βοηθῶ!

- Μὴ στενοχωριέσαι, κορούλα μου. Ποῦ ξέρεις; Ἡ Παναγιά μας κάνει καὶ θαύματα. Πρωὶ καὶ βράδυ τὴν παρακαλῶ μὲ δάκρυα νὰ σοῦ χαρίσει τὴν ὑγεία. Παρακάλεσε τὴ κι ἐσύ.

Στὸ νοσοκομεῖο ποὺ πῆγε, ἡ κατάσταση τῆς διαρκῶς χειροτέρευε.

- Στὸ στάδιο ποὺ βρίσκεται ἡ ἀσθένεια δὲν παρέχει ἐλπίδες, γνωμάτευαν ὀϊ γιατροὶ καὶ ἀποχωροῦσαν σιωπηλοὶ ἀπὸ τὸ κρεβάτι τῆς ἄρρωστης.

- Γιαγιά, παρακάλεσε μία μέρα ἡ Ἑρμίνα, πήγαινε στὸν ἱερέα τοῦ νοσοκομείου νὰ κάνει μία Παράκληση στὴν Παναγία γιὰ μένα. Ὕστερα θέλω νὰ ἔρθει νὰ μ᾿ ἐξομολογήσει γιὰ νὰ κοινωνήσω.

Ἡ γιαγιὰ ἐκπλήρωσε τὴν ἐπιθυμία της. Τῆς ἔφερε μάλιστα καὶ μία ἐκφραστικὴ εἰκόνα τῆς Μεγαλόχαρης καὶ τῆς εἶπε:

- Γύριζε, κόρη μου, νὰ τὴ βλέπεις, νὰ τῆς μιλᾶς καὶ νὰ παίρνεις κουράγιο.

Ἕνα βράδυ ἡ γιαγιὰ περπατοῦσε στὸν διάδρομό του νοσοκομείου. Ξαφνικά, βλέπει μπροστὰ τῆς μία γλυκύτατη γυναικεία μορφή, ντυμένη μὲ τὴν κάτασπρη στολὴ προϊσταμένης νοσοκόμας. Παραξενεύτηκε. Δὲν ἦταν ἀπ᾿ αὐτὲς ποὺ ἤξερε.

- Σᾶς βλέπω γιὰ πρώτη φορά, κυρία προϊσταμένη, παρατήρησε. Θὰ σᾶς ἔχουμε τώρα ἐδῶ; Τιμή μας.

- Ἐγώ, ἀπάντησε ἡ ἄγνωστη, εἶμαι ἡ Παναγία. Ἄκουσα τὶς ἱκεσίες σας καὶ ἦρθα νὰ σᾶς βοηθήσω. Αὔριο λοιπὸν τὸ πρωὶ ἡ Ἑρμίνα θὰ εἶναι καλά. Μόνο ν᾿ ἀφοσιωθεῖ περισσότερο στὸν Υἱὸ καὶ Θεό μου.

Αὐτὰ εἶπε κι ἔγινε ἄφαντη.

Ἡ ἡλικιωμένη γυναίκα ἔμεινε μαρμαρωμένη. Ὅλα μπροστά της στριφογύριζαν. Εἶδε κι ἔπαθε νὰ ἰσορροπήσει. Ὕστερα τάχυνε τὸ βῆμα τῆς πρὸς τὴν ἐγγονή της. Τὴ βρῆκε κι ἐκείνη χαρούμενη.

- Ἑρμίνα μου, αὐτὸ κι αὐτὸ μοῦ συνέβη.

- Ναί, γιαγιά, ἦρθε καὶ σὲ μένα ἡ Πανάχραντη. Μὲ χάιδεψε στὸ κεφάλι καὶ μοῦ ἔδωσε θάρρος. Δὲν πονάω πιά. Αἰσθάνομαι ἀνάλαφρη.

Στὴν πρωινή τους ἐπίσκεψη οἱ γιατροὶ ἄντικρυσαν ἀνεξήγητο θέαμα: Ἡ ἄρρωστη καθόταν ντυμένη σὲ μία καρέκλα. Μόλις τοὺς εἶδε, σηκώθηκε χαρούμενη νὰ τοὺς ὑποδεχθεῖ.

- Περίεργο! εἶπαν μεταξύ τους. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ θεραπεία μὲ αὐθυποβολή. Φαίνεται πὼς ἐνήργησε κίνηση ψυχολογικὴ ἡ παραψυχολογική.

- Κύριοι συνάδελφοι! πῆρε τότε τὸν λόγο ἡ Ἑρμίνα. Σᾶς πληροφορῶ - καὶ σὰν γιατρός σας βεβαιώνω - πὼς τίποτε ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ λέτε δὲν συμβαίνει. Ἡ θεραπεία μου ὀφείλεται ἀποκλειστικὰ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Πῆρε εἴδηση καὶ ὁ Ἐρρίκος. Εἶχε ὅμως τὶς ἀμφιβολίες του.

- Σίγουρα πρόκειται γιὰ προσωρινὴ βελτίωση, παρατήρησε. Αὐτὲς οἱ ἀρρώστιες ξανάρχονται μὲ μεταστάσεις. Δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνη.

- Μὰ ἐδῶ δὲν συνέβη κάτι φυσιολογικό. Ἔγινε θαῦμα! ἐξήγησε ἡ θεραπευμένη.

- Δὲν πιστεύω ἐγὼ σὲ θαύματα. Μοῦ φτάνει ἡ πρώτη λαχτάρα.

- Καὶ τότε τί θὰ γίνει;

- Ἀνάλαβε τὴν εὐθύνη τῆς ζωῆς σου μόνη σου. Ἔτσι εἶπε κι ἔφυγε βαρύς.

Ἡ Ἑρμίνα ἔνοιωσε σκοτοδίνη. Ἦταν κάτι ἀναπάντεχο. Ἀμέσως ὅμως θυμήθηκε τὴ σύσταση τῆς Παναγίας «ν᾿ ἀφοσιωθεῖ περισσότερο στὸν Υἱὸ καὶ Θεό της».

- Ἄ, ναί, Χριστέ μου, Παναγία μου ἀναφώνησε. Μόνο ἡ δική σας ἀγάπη μένει σταθερή. Αὐτή μου χρειάζεται. Αὐτὴ θὰ μὲ γεμίσει.

Ἔφυγε λοιπὸν ἀπὸ τὴν πατρίδα της τὴν Πάτρα μακριά, σὲ μία φημισμένη μονή, κι ἐκεῖ - σὰν Ἑρμιόνη μοναχὴ - ἀφιερώθηκε καὶ ἀφοσιώθηκε ὁλόψυχα στὸν νυμφίο τῆς Χριστό.


Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Κουκουζέλης

Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Κουκουζέλης, ὁ ἐπονομαζόμενος «ἀγγελόφωνος» γιὰ τὴν ὄντως ἀγγελική του φωνή, γεννήθηκε στὸ Δυρράχιο τὸ 1270, στὰ χρόνια της βασιλείας τῶν Κομνηνῶν.

Γιὰ τὴν ἐξαίρετη φωνή του τὸν προσέλαβαν σὲ βασιλικὸ σχολεῖο μουσικῆς. Ἦταν ἐξαίρετος καὶ στὸ ἦθος, γι᾿ αὐτὸ ὁ βασιλιὰς τὸν ἀγαποῦσε ὑπερβολικά, καθὼς καὶ ὅλοι οἱ ἄρχοντες. Ὁ ἴδιος ὅμως, ἀπὸ φόβο μήπως ἡ πρόσκαιρη δόξα τοῦ στερήσει τὴν οὐράνια ἀγαλλίαση, σχεδίαζε ν᾿ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο.

Κάποτε ὁ ἡγούμενος τῆς Λαύρας τοῦ Ἄθω ἐπισκέφθηκε τὸν βασιλιὰ γιὰ ἀναγκαία ὑπόθεση. Ἡ θέα τοῦ ἡγουμένου καὶ ἡ κοσμιότητά του φούντωσαν στὴν καρδιὰ τοῦ νέου τὸν πόθο γιὰ τὴν ἀγγελικὴ πολιτεία. Ἀδιαφορεῖ λοιπὸν γιὰ τὴ βασιλικὴ εὔνοια, ἀλλάζει τὰ μεταξωτὰ ροῦχα του μὲ τρίχινα, παίρνει ἕνα ραβδὶ καὶ ξεκινᾶ γιὰ τὴ Λαύρα.

Ὁ θυρωρὸς τῆς μονῆς τὸν ρωτάει:

- Τί ζητᾶς καὶ ποιὰ τέχνη γνωρίζεις;

Κι ἐκεῖνος, κρύβοντας τὴν πραγματική του τέχνη γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀνακαλύψει ὁ βασιλιάς, ἅπαντα:

- Βοσκὸς εἶμαι καὶ ποθῶ νὰ γίνω μοναχός.

Ὁ ἡγούμενος τὸν δέχθηκε, τὸν δοκίμασε γιὰ λίγο καιρὸ καὶ ἀφοῦ τὸν ἔκειρε μοναχὸ τὸν ἔστειλε στὸ βουνὸ νὰ βόσκει τράγους. Ἔτσι ὁ ὅσιος πραγματοποίησε τὸν πόθο του καί, ἐκτελώντας τὴ διακονία του, προσευχόταν συγχρόνως ἀπερίσπαστος μέσα στὴν ἀγαπημένη του ἡσυχία.

Μία μέρα ἔβοσκε τοὺς τράγους σ᾿ ἕνα ἀκρωτήριο. Κοίταξε δεξιὰ κι ἀριστερά, βεβαιώθηκε πὼς δὲν ὑπάρχει κανένας, καὶ ἄρχισε νὰ ψάλλει ἕναν ὕμνο μὲ περισσὴ τέχνη καὶ κατάνυξη.

Κάποιος ἀσκητὴς ἐκεῖ κοντὰ ἄκουσε τὴν οὐράνια μελωδία καὶ βγῆκε ἀπορημένος ἀπὸ τὴ σπηλιά του. Βλέπει τότε ἕνα ἐξαίσιο θέαμα: οἱ τράγοι εἶχαν σταματήσει τὴ βοσκὴ καὶ παρακολουθοῦσαν τὸν ἐξαίρετο ψάλτη.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἄργησε νὰ τὸ μάθει ὁ ἡγούμενος. Ἀπὸ τότε ὁ ὅσιος ἀξιοποίησε τὸ σπάνιο χάρισμά του, ψάλλοντας στὸν δεξιὸ χορὸ τοῦ καθολικοῦ της Λαύρας. Ἦταν Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου καὶ ὁ Κουκουζέλης, ἀφοῦ ἔψαλε μὲ ἐπιμέλεια τὰ ἰδιόμελα καὶ τὸν κανόνα τῆς Θεοτόκου, ἀποκοιμήθηκε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν κούραση, ὄρθιος στὸ στασίδι του. Βλέπει τότε μπροστὰ τοῦ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ἀκούει τὴ γλυκεία φωνή της:

- Χαῖρε Ἰωάννη, παιδί μου. Ψάλλε μου καὶ δὲν θὰ σ᾿ ἐγκαταλείψω.

Καὶ λέγοντας αὐτά, τοῦ ἔδωσε ἕνα χρυσὸ νόμισμα. Ξυπνᾶ ἀμέσως ὁ ὅσιος καὶ βλέπει γεμάτος χαρὰ στὸ δεξί του χέρι τὸ φλουρί. Εὐχαρίστησε τὴ Θεοτόκο γιὰ τὴν εὔνοιά της καὶ τὸ παρέδωσε στὴν ἐκκλησία. Τὸ νόμισμα αὐτὸ εἶχε θαυματουργικὴ δύναμη καὶ τελοῦσε μεγάλα θαύματα.

Ἀπὸ τότε ὁ ὅσιος Ἰωάννης δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τὸν δεξιὸ χορό, ψάλλοντας μὲ προθυμία καὶ δοξολογώντας τὸν Κύριο καὶ τὴ Μητέρα Του. Ἀπὸ τὸν πολὺ κόπο καὶ τὴν ὀρθοστασία σάπισε τὸ πόδι του κι ἔβγαζε μία δύσοσμη ὀσμή. Ἡ Παναγία ὅμως δὲν τὸν ἐγκατέλειψε. Ἐμφανίζεται πάλι καὶ τοῦ λέει:

- Ἀπὸ τώρα θὰ εἶσαι ὑγιής.

Ἀμέσως ὁ ὅσιος θεραπεύθηκε καὶ παρέμεινε ὑγιὴς μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Προεῖδε μάλιστα τὸν θάνατό του, ζήτησε συγχώρηση ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐκοιμήθη ὁσιακῶς τὴν 1η Ὀκτωβρίου.


Ἡ Σκέπη τῆς Θεοτόκου

Ἡ ἑορτὴ τῆς ἁγίας Σκέπης τῆς Θεοτόκου (1η καί, ἀργότερα, 28η Ὀκτωβρίου) ἀντλεῖ τὴν ὑπόθεσή της ἀπὸ τὸν βίο τοῦ ὁσίου Ἀνδρέα, τοῦ διὰ Χριστὸν σαλοῦ. Ἡ ἐμφάνιση τῆς Θεοτόκου στὸν ὅσιο ἔγινε ἀφορμὴ νὰ καθιερωθεῖ ἡ ἑορτὴ αὐτή.

Τὸ περιστατικὸ συνέβη στὴ νότια πλευρὰ τοῦ ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν, στὸ παρεκκλήσιο τῆς ἁγίας Σωροῦ, ὅπου φυλάσσονταν ἡ ἐσθήτα, ὁ πέπλος καὶ μέρος τῆς ζώνης τῆς Θεοτόκου.

Στὸ παρεκκλήσιο αὐτὸ γινόταν κάποτε ὁλονυκτία. Ἐκεῖ πῆγε νὰ προσευχηθεῖ καὶ ὁ ὅσιος Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸν μαθητή του ἅγιο Ἔπιφανιο.

Ἦταν ἡ ὥρα περίπου 10 τὸ βράδυ, ὅποτε ὁ ὅσιος βλέπει τὴ Θεοτόκο νὰ προχωρεῖ ἀπὸ τὶς βασιλικὲς πύλες πρὸς τὸ ἅγιο θυσιαστήριο.

Φαινόταν πολὺ ψηλὴ καὶ εἶχε λαμπρὴ τιμητικὴ συνοδεία λευκοφόρων ἁγίων. Ἀνάμεσα τοὺς ξεχώριζαν ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ ὁ θεολόγος Ἰωάννης, οἱ ὁποῖοι βάδιζαν δεξιὰ καὶ ἀριστερά της. Ἀπὸ τοὺς λευκοφόρους ἄλλοι προπορεύονταν καὶ ἄλλοι ἀκολουθοῦσαν ψάλλοντας ὕμνους καὶ ἄσματα πνευματικά.

Ὅταν πλησίασαν στὸν ἄμβωνα, εἶπε ὁ ὅσιος Ἀνδρέας στὸν Ἔπιφανιο:

- Βλέπεις, παιδί μου, τὴν Κυρία καὶ Δέσποινα τοῦ κόσμου;

- Ναί, τίμιε πάτερ, ἀποκρίθηκε ὁ νέος.

Ἡ Θεοτόκος τὴν ὥρα ἐκείνη γονάτισε καὶ προσευχήθηκε γιὰ πολλὴ ὥρα. Παρακαλοῦσε τὸν Υἱὸ τῆς γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου καὶ ἔβρεχε μὲ δάκρυα τὸ πρόσωπό της. Ὕστερα μπῆκε στὸ ἅγιο θυσιαστήριο καὶ προσευχήθηκε γιὰ τοὺς πιστοὺς ποὺ ἀγρυπνοῦσαν.

Ὅταν τελείωσε τὴ δέησή της, μὲ μία κίνηση χαριτωμένη καὶ σεμνὴ ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ἄχραντη κεφαλὴ τῆς τὸ ἀστραφτερὸ μαφόριο, καὶ τ᾿ ἅπλωσε σὰν σκέπη μὲ τὰ πανάγια χέρια τῆς πάνω στὸ ἐκκλησίασμα.

Ἔτσι ἁπλωμένο τὸ ἔβλεπαν καὶ οἱ δυό τους γιὰ πολλὴ ὥρα νὰ ἐκπέμπει δόξα θεϊκή. Ὅσο φαινόταν ἐκεῖ ἡ Θεοτόκος, φαινόταν καὶ τὸ ἱερὸ μαφόριο νὰ σκορπίζει τὴ χάρη του. Ὅταν ἐκείνη ἄρχισε ν᾿ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἄρχισε κι ἐκεῖνο νὰ συστέλλεται λίγο-λίγο καὶ νὰ χάνεται.


Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ

Ἀπὸ τὴ χορεία τῶν ρώσων ἁγίων, ξεχωριστὴ ἀγάπη στὴν Παναγία ἔτρεφε ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ. Ἀλλὰ καὶ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τὸν περιέβαλλε μὲ ἰδιαίτερη εὔνοια, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ πολλές της ἐμφανίσεις σ᾿ αὐτόν.

Τὸ ἀκόλουθο ὅραμα τοῦ ὁσίου εἶναι τὸ πιὸ ἐντυπωσιακό. Τὸ διηγεῖται ἡ μοναχὴ τοῦ Ντιβέγιεβο Εὐπραξία, γιατὶ ἀξιώθηκε κι αὐτὴ νὰ τὸ ἀπολαύσει μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο:

Νωρὶς τὸ πρωὶ τῆς 25ης Μαρτίου 1831 ἀκούστηκε μία δυνατὴ βοὴ καὶ ἀκολούθησε ἕνας ἁρμονικὸς ὕμνος. Ἡ πόρτα τοῦ δωματίου ἄνοιξε μόνη της κι ἁπλώθηκε παντοῦ φῶς κι εὔωδια. Ὁ στάρετς Σεραφεὶμ ἦταν γονατιστὸς μὲ τὰ χέρια ὑψωμένα. Ἐγὼ ἔτρεμα.

Ξαφνικὰ σηκώνεται καὶ μοῦ λέει:

- Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Νά, ἡ Δέσποινά μας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἔρχεται κοντά μας!

Πράγματι, μπροστὰ πήγαιναν δυὸ ἄγγελοι κρατώντας ἀνθισμένα κλαδιά. Ἀκολουθοῦσαν ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ ὁ Θεολόγος ἅγιος Ἰωάννης, ἐνῶ πίσω τοὺς ἔκανε τὴν ἐμφάνισή της ἡ Παναγία μὲ δώδεκα παρθενομάρτυρες.

Ἡ Θεοτόκος, φορώντας ἕνα λαμπρὸ μανδύα κι ἕνα ὑπέροχο στέμμα, μὲ πλησίασε, ἐνῶ ἤμουν πεσμένη κάτω. Μὲ ἄγγιξε καὶ εὐδόκησε νὰ μοῦ πεῖ:

- Σήκω, ἀδελφή, καὶ μὴ φοβᾶσαι. Μαζί μου ἔχουν ἔρθει παρθένες σὰν κι ἐσένα.

Δὲν κατάλαβα πὼς σηκώθηκα. Ἡ βασίλισσα ἐπανέλαβε:

- Μὴ φοβᾶσαι. Ἤρθαμε νὰ σᾶς ἐπισκεφθοῦμε.

Ὁ π. Σεραφείμ, ὄρθιος μπροστὰ στὴν Παναγία, μιλοῦσε μαζί της μὲ πολλὴ οἰκειότητα. Ἡ Θεοτόκος τοῦ εἶπε πολλά. Ἂν καὶ συμμετεῖχα στὸ ὅραμα, δὲν μπόρεσα ν᾿ ἀκούσω τί ἔλεγαν. Ἄκουσα μόνο τὸ ἑξῆς:

- Μὴν ἀφήνεις τὶς παρθένες μου τοῦ Ντιβέγιεβο.

- Ὦ Δέσποινα! Τὶς συγκεντρώνω, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τὶς κατευθύνω μόνος μου.

- Θὰ σὲ βοηθήσω σὲ ὅλα ἐγώ. Θὰ τὶς διδάξεις τὴν ὑπακοή. Ἂν τὴν κρατήσουν, θὰ εἶναι μαζί σου καὶ κοντά μου. Διαφορετικά, θὰ χάσουν τὴ θέση ποὺ τοὺς ἑτοιμάζω ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὲς ἐδῶ τὶς παρθένες. Οὔτε τέτοια θέση οὔτε τέτοιο στεφάνι θ᾿ ἀπολαύσουν. Ὁποιοσδήποτε τὶς προσβάλει, θὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ μένα. Κι ὅποιος τὶς διακονήσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, θὰ βρεῖ ἔλεος ἐνώπιόν Του. Κατόπιν ἡ Παναγία στράφηκε σ᾿ ἐμένα.

- Κοίταξε, μοῦ εἶπε, αὐτὲς τὶς παρθένες καὶ τὰ στεφάνια τους. Μερικὲς ἄφησαν ἐπίγεια βασίλεια καὶ πλούτη γιὰ τὴν οὐράνια Βασιλεία. Ὅλες ἀγάπησαν τὴν ἑκούσια πτωχεία, ἀγάπησαν μόνο τὸν Κύριο, καὶ γι᾿ αὐτὸ βλέπεις πόση δόξα καὶ τιμὴ ἀξιώθηκαν. Ὅπως ὑπέφεραν οἱ ἀρχαῖες μάρτυρες, ἔτσι ὑποφέρουν καὶ οἱ σημερινές. Μόνο ποὺ ἐκεῖνες ὑπέφεραν φανερά, ἐνῶ σήμερα ὑποφέρουν μυστικά, μὲ θλίψη καρδίας. Ὁ μισθός τους ὅμως θὰ εἶναι ὁ ἴδιος.

Γυρίζοντας ὕστερα ἡ Θεοτόκος στὸν Στάρετς, τὸν εὐλόγησε καὶ τοῦ εἶπε:

- Σύντομα, ἀγαπητέ μου, θὰ εἶσαι μαζί μας!

Κατόπιν ὁ ὅσιος ἀντάλλαξε μαζί της χαιρετισμό, καθὼς καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους. Κάποιος ἀπ᾿ ὅλους γύρισε καὶ μοῦ εἶπε:

- Ἀξιώθηκες αὐτὸ τὸ ὅραμα χάρη στὶς προσευχὲς τῶν πατέρων Σεραφείμ, Μάρκου, Ναζαρίου καὶ Παχωμίου.

Ξαφνικὰ ὅλα χάθηκαν. Τὸ ὅραμα, ποὺ εἶχε διαρκέσει λιγότερο ἀπὸ μία ὥρα, τελείωσε. Ἦταν τὸ δωδέκατο ποὺ ἀξιώθηκε ν᾿ ἀπολαύσει ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ στὴν ἐπίγεια ζωή του».


Γέρων Γελάσιος

Στὶς Φώκιες τῆς Μικρασίας πρωτοεῖδε τὸν ἥλιο ὁ γέρων Γελάσιος. Γεννήθηκε τὸ 1902, καὶ μέχρι τὸν φρικτὸ διωγμὸ τοῦ 1922 γαλουχήθηκε μὲ τὰ νάματα καὶ τὶς παραδόσεις τῆς μικρασιατικῆς εὐσέβειας.

Μικρὸς πήγαινε στὰ ἐξωκλήσια τῶν νησιῶν ποὺ ἦταν μπροστὰ στὸ λιμάνι, κι ὅταν γύριζε ρωτοῦσε τὴ μητέρα του:

- Μάνα, ποιὰ εἶναι ἡ γυναίκα ποῦ κρατάει τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μέσα στὴν ἐκκλησία;

- Ἡ κυρὰ Παναγιά, ἀπαντοῦσε ἐκείνη γλυκά, μὲ τὸν ἀφέντη τὸν Χριστό.

Ἀπὸ μικρὸς ὁ γέροντας ἔβλεπε χειροπιαστὴ στὴ ζωὴ τοῦ τὴν προστασία τῆς Παναγίας καὶ τὴν καθοδήγησή της. Σὲ ἡλικία 15 χρονῶν κατατάσσεται ἐθελοντὴς στὸν συμμαχικὸ στρατό, φλεγόμενος ἀπὸ ζῆλο γιὰ τὴ Μεγάλη Ἑλλάδα. Τότε σ᾿ ἕνα ναυάγιο στὴ Μεσόγειο σώθηκε θαυματουργικὰ ἀπὸ τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἅγιο Νικόλαο, ἀφοῦ πάλεψε τρία μερόνυχτα στὸ ἀνοιχτὸ πέλαγος.

Στὴ Μυτιλήνη, ὅπου ἐγκαταστάθηκε μετὰ τὴ μικρασιατικὴ καταστροφή, εἶχε παρηγοριὰ τοῦ τὴν Παναγία τῆς Ἁγιάσου. Τὰ τάματα ποὺ τῆς εἶχε κάνει σὰν ψαρὰς καὶ ναυτικός, τὰ ξεπλήρωσε ἀργότερα σὰν μοναχός, ἐκδηλώνοντας ἔτσι τὴν εὐχαριστία καὶ εὐγνωμοσύνη του γιὰ τὴ βοήθειά της.

Τὸ 1928, διηγεῖται ὁ ἴδιος, ταξίδευα μὲ τὸ καΐκι μας ἔξω ἀπὸ τὴν Τῆνο. Ὁ καιρὸς ἦταν καλὸς καὶ τὸ καΐκι ἔτρεχε μὲ 8 μίλια.

- Βρὲ Ἀντώνη, εἶπα στὸν ἀδελφό μου, ἐπιθυμῶ νὰ προσκυνήσουμε τὴν Παναγία.

Ἐκεῖνος ὅμως ἀρνήθηκε:

- Τέτοιον καιρὸ δὲν θὰ τὸν ξαναβροῦμε. Ἐμεῖς τὸ πρωὶ θὰ εἴμαστε στὸν Πειραιά.

Τί νὰ ἔλεγα; Ὁ Ἀντώνης ἦταν μεγαλύτερος. Ἔκανα λοιπὸν βόλτες στὸ κατάστρωμα, μέχρι ποὺ πλησιάσαμε 300-400 μέτρα στὸ λιμάνι. Τότε ξαφνικὰ κόπηκε ὁ ἀέρας. Ἡ θάλασσα ἔγινε λάδι γύρω ἀπ᾿ τὸ καΐκι. Κρέμασαν τὰ πανιά. Τί παράξενο ὅμως! Ἡ μπουνάτσα ἔγινε μόνο νιά μας. Πιὸ πέρα ὁ ἀέρας βούιζε. Ἦταν, φαίνεται, ἐπέμβαση τῆς Παναγίας, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ἐπιθυμία μου.

- Ἄντε, νὰ γίνει τὸ χούι σου, εἶπε ὁ Ἀντώνης.

Ἦταν Πάσχα. Βγήκαμε καὶ προσκυνήσαμε. Ἐκεῖ ἄκουσα γιὰ πρώτη φορὰ τὸ «Ὁ ἄγγελος ἔβοα».

Ἀργότερα ἡ Παναγία κάλεσε μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὸν π. Γελάσιο ἀπὸ τὸ καΐκι τοῦ στὸ περιβόλι της.

Μία νύχτα στὸν ὕπνο μου, διηγεῖται ὁ γέροντας, μοῦ φάνηκε πὼς ἦταν πολὺς λαὸς συγκεντρωμένος γιὰ νὰ ὑποδεχθεῖ τὴ βασίλισσα. Ἀπὸ μακριὰ φάνηκαν «τ᾿ ἀλόγατα» ποὺ τρέχανε σέρνοντας πίσω χρυσὴ ἅμαξα. Πάνω τῆς καθόταν ἡ βασίλισσα μὲ πλῆθος δορυφόρων καὶ ἀξιωματικῶν. Ξαφνικὰ κάποιος μὲ ἅρπαξε καὶ μὲ ἀνέβασε στὴν ἅμαξα, στὸ πίσω μέρος. Σὲ λίγο φθάσαμε σ᾿ ἕνα κάστρο μὲ πύργους καὶ λαμπρὸ παλάτι. Ἐκεῖ ἡ βασίλισσα κατέβηκε. Δὲν πρόλαβα ὅμως νὰ τὴ δῶ καθαρά. Πρόσεξα μόνο τὸ ἕνα μέρος τοῦ προσώπου της, καθὼς ἀνέβαινε τὶς σκάλες τοῦ παλατιοῦ.

Ξύπνησα! Βγῆκα ἔξω καὶ πῆγα στὸ καφενεῖο, ὅπου ἦταν καὶ ἄλλοι ναυτικοί. Βρισκόμουν στὸ Πασαλιμάνι μὲ τὸ καΐκι μου φορτωμένο. Ὁ νοῦς μου ὅμως εἶχε γεμίσει ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῆς Βασίλισσας. Ἀργότερα συνάντησα κάποιον Ἁγιαννανίτη μοναχό. Τοῦ διηγήθηκα τ᾿ ὄνειρό μου κι ἐκεῖνος μοῦ ἐξήγησε πὼς μὲ καλεῖ ἡ Παναγία στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ γίνω πιστός της ἀκόλουθος.

Ἡ καρδιά μου γιὰ λίγο διχάστηκε. Νίκησε ὅμως ἡ ἀγάπη τῆς βασίλισσας. Τὴν ἴδια μέρα ἐγκατέλειψα κι ἐγώ, σὰν τοὺς Ἀποστόλους, πλοῖο φορτωμένο, ἀδελφό, γονεῖς, καὶ ξεκίνησα γιὰ τὸν Ἄθωνα. Τὸ τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ μου ἦταν ἡ μονὴ Γρηγορίου. Μπῆκα στὸ καθολικὸ νὰ προσκυνήσω. Τὴν ὥρα ἐκείνη ψαλλόταν ἡ θεία λειτουργία. Στὴ θεομητορικὴ εἰκόνα τοῦ τέμπλου ἀναγνώρισα τὴ βασίλισσα τοῦ ὀνείρου μου! Ἔσπευσα νὰ τὴν ἀσπασθῶ, ὅποτε ὁ διάκο-Θεόδωρος, ποὺ στεκόταν ἐκεῖ, μοῦ εἶπε:

- Χάθηκαν οἱ εἰκόνες τῆς Παναγίας, παιδί μου, καὶ ἦρθες στὸ τέμπλο νὰ προσκυνήσεις;

Ἀλλά, βέβαια, ποὺ νὰ ἤξερε τὴ δική μου καρδιά...».


Ὁ βλάσφημος ψαρᾶς

Πίσω Λιβάδι τῆς Πάρου, προπαραμονὴ Δεκαπενταύγουστου 1931, βρίσκονταν τρεῖς ὁμάδες ψαράδων, ποὺ ψάρευαν τὶς νύχτες μὲ τὰ γρί-γρὶ στὸ στενὸ μεταξὺ Πάρου καὶ Νάξου.

Ἐκείνη τὴ νύχτα ἡ μία ὁμάδα ἔμεινε στὸ μικρὸ λιμάνι. Οἱ ψαράδες τὸ ἔριξαν στὸ πιοτό, τὸ πιοτὸ ἔφερε τὸ κέφι, κι ἐκεῖνο παρεξηγήσεις καὶ βαρεῖες κουβέντες.

Οὔτε τὴν Παναγία δὲν σεβάστηκαν οἱ βλάσφημοι. Τοῦ κάκου προσπαθοῦσαν ὁ λιμενοφύλακας καὶ ὁ μαγαζάτορας τοῦ μικροῦ λιμανιοῦ νὰ τοὺς συγκρατήσουν.

Ἀπότομα ὁ οὐρανὸς βάρυνε. Ἡ θάλασσα ἄρχισε νὰ μουγκρίζει. Σὲ μισὴ ὥρα τὸ κύμα σηκώθηκε βουνό, παρασύροντας τὸ ψαροκάικο καὶ τὶς βάρκες μὲ τὶς λάμπες, μέχρι ποὺ τὶς πέταξε σπασμένες στὴ στεριά. Κατόπιν ἡ θάλασσα γαλήνεψε, κι ἕνα καΐκι ἀπὸ τὴ Νάξο φάνηκε νὰ μπαίνει στὸ λιμανάκι. Ὁ καπετάνιος τοῦ ἀπόρησε βλέποντας τὰ συντρίμμια στὴ στεριά.

- Πῶς ἔγινε αὐτό; ρώτησε. Ἐγὼ ταξίδευα μὲ θάλασσα γυαλί!

- Ἦταν θαῦμα τῆς Παναγίας, ἐξήγησε ἕνας ἀπὸ τοὺς ψαράδες τοῦ γρί-γρί.

Οἱ περισσότεροι συμφώνησαν. Δυό-τρεῖς ὅμως μίλησαν εἰρωνικὰ κι ἔδωσαν ἄλλη ἐξήγηση:

- Ἦταν ἀνεμοστρόβιλος. Καλὰ ποὺ δὲν μᾶς σήκωσε στὸν οὐρανὸ τὶς βάρκες.

Ἕνας μάλιστα, ὁ Γρηγόρης Λιάκουρας, πρόσθεσε:

- Ἄντε μωρέ, ποὺ ἦταν θαῦμα! Ὄρεξη δὲν εἶχε ἡ Παναγιὰ - νὰ μὴν τὴ στολίσω καὶ τώρα - νὰ καταπιάνεται μὲ μᾶς τοὺς ψαράδες.

Αὐτὰ εἶπε καὶ πῆγε νὰ δεῖ τὴ ζημιὰ ποὺ εἶχε πάθει ἡ δική του ψαρόβαρκα. Τὴ βρῆκε σμπαραλιασμένη. Ἔφτυσε τότε ἔξαλλος πάνω στὰ συντρίμμια, βλαστήμησε πάλι τὴν Παναγία καὶ ἀποσύρθηκε νὰ κοιμηθεῖ.

Μόλις ξάπλωσε, εἶδε ὁλοζώντανη τὴν Παναγία, - σὰν σὲ ὄνειρο, σὰν σὲ ξύπνιο - νὰ τὸν πλησιάζει καὶ νὰ τὸν ἐρωτά:

- Γιατί, παιδί μου, δὲν μὲ σέβεσαι;

- Τί εἶν᾿ αὐτὰ ποὺ μοῦ λές, κυρά μου; θύμωσε ἐκεῖνος. Δὲν σὲ ξέρω καθόλου. Πότε δὲν σὲ σεβάστηκα;

- Δὲν μὲ ξέρεις; Τότε γιατί ὅλο μὲ βλαστημᾶς;

Στὰ λόγια αὐτὰ τινάχτηκε ὄρθιος. Ἔκανε νὰ φωνάξει, νὰ τρέξει, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε. Τὰ πόδια τοῦ εἶχαν βυθιστεῖ ὡς τὰ γόνατα στὴν ἄμμο. Ἔκανε τὸν σταυρό του. Καὶ τότε εἶδε πάλι, ξεκάθαρα πιά, τὴν Παναγία καὶ τὴν ἄκουσε νὰ τοῦ λέει:

- Ἔλα στὸ σπίτι μου, στὴν Ἑκατονταπυλιανή, στὴν Παροικία τῆς Πάρου. Ἔλα ἐκεῖ νὰ μὲ προσκυνήσεις.

Ὁ Διάκουρας ἔφυγε τὴν ἴδια στιγμὴ σχεδὸν τρέχοντας. Ἔφθασε στὴν Ἑκατονταπυλιανὴ λίγο μετὰ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου. Ἔτρεξε γρήγορα στὸ εἰκόνισμα τῆς Θεοτόκου. Στὴ θεία τῆς μορφὴ ἀναγνώρισε τὴ γυναίκα τοῦ ὁράματός του. Γονάτισε καὶ προσευχήθηκε ὦρες ὁλόκληρες. Ὕστερα γύρισε στὸ Πίσω Λιβάδι. Ἐκεῖ διαπίστωσε ἕνα καινούργιο θαῦμα: Οἱ βάρκες καὶ τὸ ψαροκάικο ἔστεκαν στὴ στεριὰ χωρὶς καμιὰ ζημιά!


Μία ἔκτρωση ποὺ δὲν ἔγινε

Τὰ πρῶτα παιδιὰ ποὺ ἀπέκτησε ἡ Εὐτυχία Ἀλεξάνδρου ἦταν ἀγόρια, ἀλλὰ δὲν ἐπέζησαν. Κατόπιν ἔφερνε στὴ ζωὴ μόνο κορίτσια.

Τὸ 1939 μετοίκησε οἰκογενειακῶς στὸ Χαρτοὺμ τοῦ Σουδάν. Ἐκεῖ ἔμεινε πάλι ἔγκυος, ἀλλὰ στενοχωρημένη ἀπὸ τὶς προηγούμενες ἐμπειρίες της ἀποφάσισε νὰ κάνει ἔκτρωση.

Τὸ ἴδιο βράδυ βλέπει στὸν ὕπνο της ἕνα συγκλονιστικὸ ὄνειρο: Ἦταν μεγάλη Παρασκευή, κι ἑτοιμαζόταν νὰ μπεῖ στὸν ὀρθόδοξο ναὸ τῆς Εὐαγγελίστριας τοῦ Χαρτούμ. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὁ ἱερέας, ντυμένος τ᾿ ἄμφια του καὶ κρατώντας τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, τῆς εἶπε:

- Εἶσαι ἁμαρτωλή!

Ἀμέσως ἡ Εὐτυχία γονάτισε συγκινημένη καὶ ζήτησε συγνώμη. Τότε ὁ ἱερέας τὴν ὁδήγησε στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ναοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἦταν ὁ ἐπιτάφιος, καὶ τῆς εἶπε:

- Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος γιὰ νὰ σὲ συγχωρήσω. Ἀπὸ ῾δῶ νὰ ζητήσεις συγνώμη.

Γυρίζει ἡ γυναίκα καὶ βλέπει κοντὰ στὸν ἐπιτάφιο τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας νὰ θρηνεῖ. Ἀπὸ τὰ θεῖα μάτια της ἔτρεχαν ἀληθινὰ δάκρυα. Κάποια στιγμὴ γυρίζει πρὸς τὴν Εὐτυχία καὶ τῆς λέει:

- Κοίταξε! Εἶχα ἕνα καὶ τὸ ἔχασα. Πρόσεξε μὴ χάσεις κι ἐσὺ αὐτὸ ποὺ κρατᾶς μέσα σου.

Ὕστερα ὁ ἱερέας ἔβγαλε ἀπὸ πάνω τοῦ ἕνα μεγάλο σταυρό, τὸν πέρασε στὸν λαιμό της καὶ τῆς εἶπε:

- Πρόσεξε μὴ χάσεις τὸν σταυρὸ ποὺ φορᾶς. Ὅταν ξύπνησε, ἔφερε μὲ κάθε λεπτομέρεια στὴ μνήμη της τὸ ὄνειρο. Πείστηκε μ᾿ αὐτὸ πὼς ἔπρεπε μὲ κάθε θυσία νὰ κρατήσει τὸ παιδί της.

Σὲ πέντε μῆνες γέννησε ἕνα ἀγοράκι. Μὲ κατάπληξη εἶδε ἀποτυπωμένο στὸ στέρνο τοῦ τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου σταυροῦ. Ἔταξε τότε στὴν Παναγία νὰ φέρει τὸ μικρὸ καὶ νὰ τὸ βαφτίσει στὴν Τῆνο. Δυστυχῶς μεσολάβησε ὁ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος καὶ ἀναγκάστηκε νὰ τὸ βαφτίσει στὸ Χαρτούμ. Δὲν παρέλειψε ὅμως νὰ τὸ ὀνομάσει Εὐάγγελο.

Μεγαλώνοντας τὸ παιδὶ ἔμαθε ἀπὸ τὴ μητέρα τοῦ τὴν ἱστορία τῆς γεννήσεώς του καὶ ρίζωσε μέσα του ἡ ἐπιθυμία νὰ προσκυνήσει τὴ Μεγαλόχαρη. Κάποια χρονιά, στὸ πανηγύρι τῆς Παναγίας, ἦρθε καὶ ὁ μικρὸς Εὐάγγελος στὴν Τῆνο, προσκυνητὴς μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του. Ἤθελε μάλιστα νὰ παραμείνει ὅλη τὴ νύχτα στὸν ναό, γιατὶ ἐπιθυμοῦσε καὶ πίστευε πὼς θὰ ἔβλεπε τὴν Παναγία.

Ὁ μεγάλος ἑσπερινὸς εἶχε προχωρήσει καὶ ὁ δεσπότης κήρυττε κάτω ἀπὸ τὸν κεντρικὸ πολυέλαιο. Ξαφνικὰ βλέπει ὁ Εὐάγγελος ἀπὸ τὸν γυναικωνίτη, ὅπου βρισκόταν, ἕνα δυνατὸ φῶς ποὺ ἔλαμπε σὰν τὸν ἥλιο κι ἔπαιρνε κάποτε μία κόκκινη ἀπόχρωση. Συγχρόνως βλέπει νὰ πλησιάζει μία ὡραῖα νέα γυναίκα. Εἶχε παράστημα ἡγεμονικό, φοροῦσε φωτοστέφανο, καὶ μὲ ὑψωμένο τὸ δεξί της χέρι εὐλογοῦσε τὰ πλήθη.


Στὸν πόλεμο τοῦ ῾40

Στὸ μέτωπο, σ᾿ ὅλη τὴ γραμμή, ἀπὸ τὴ γαλανὴ θάλασσα τοῦ Ἰονίου μέχρι ψηλὰ τὶς παγωμένες Πρέσπες, ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἄρχιζε νὰ βλέπει παντοῦ τὸ ἴδιο ὅραμα: Ἔβλεπε τὶς νύχτες μία γυναικεία μορφὴ νὰ Βαδίζει ψηλόλιγνη, ἄλαφροπερπατητη, μὲ τὴν καλύπτρα τῆς ἄναριγμενη ἀπὸ τὸ κεφάλι στοὺς ὤμους. Τὴν ἀναγνώριζε, τὴν ἤξερε ἀπὸ παλιά, τοῦ τὴν εἶχαν τραγουδήσει ὅταν ἦταν μωρὸ κι ὀνειρευόταν στὴν κούνια. Ἦταν ἡ μάνα ἡ μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴν δόξα, ἡ λαβωμένη τῆς Τήνου, ἡ ὑπέρμαχος Στρατηγός.


Γράμμα ἀπὸ τὴ Μόροβα

Ὁ Τάσος Ρηγοπούλας, στρατευμένος στὴν Ἀλβανία τὸ 1940, ἔστειλε ἀπὸ τὸ μέτωπο τὸ παρακάτω γράμμα στὸν ἀδελφό του. «Ἀδελφέ μου Νίκο.

Σοὺ γράφω ἀπὸ μία ἀετοφωλιά, τετρακόσια μέτρα ψηλότερη ἀπὸ τὴν κορυφὴ τῆς Πάρνηθας. Ἡ φύση τριγύρω εἶναι πάλλευκη. Σκοπός μου ὅμως δὲν εἶναι νὰ σοῦ περιγράψω τὰ θέλγητρα μίας χιονισμένης Μόροβας μὲ ὅλο τὸ ἄγριο μεγαλεῖο της. Σκοπός μου εἶναι νὰ σοῦ μεταδώσω αὐτὸ ποὺ ἔζησα, ποὺ τὸ εἶδα μὲ τὰ μάτια μου καὶ ποὺ φοβᾶμαι μήπως, ἀκούγοντας τὸ ἀπὸ ἄλλους, δὲν τὸ πιστέψεις.

Λίγες στιγμὲς πρὶν ὁρμήσουμε γιὰ τὰ ὀχυρὰ τῆς Μόροβας, εἴδαμε σὲ ἀπόσταση καμιὰ δεκαριὰ μέτρων μία ψηλὴ μαυροφόρα νὰ στέκει ἀκίνητη.

- Τὶς εἶ; Μιλιά...

Ὁ σκοπὸς θυμωμένος ξαναφώναξε: -Τὶς εἰ;

Τότε, σὰν νὰ μᾶς πέρασε ὅλους ἠλεκτρικὸ ρεῦμα, ψιθυρίσαμε: Ἡ ΠΑΝΑΓΙΑ!

Ἐκείνη ὅρμησε ἐμπρὸς σὰν νὰ εἶχε φτερὰ ἀετοῦ. Ἐμεῖς ἀπὸ πίσω της. Συνεχῶς τὴν αἰσθανόμασταν νὰ μᾶς μεταγγίζει ἀντρειοσύνη. Ὁλόκληρη ἑβδομάδα παλέψαμε σκληρά, γιὰ νὰ καταλάβουμε τὰ ὀχυρὰ Ἰβάν-Μόροβας.

Ὑπογραμμίζω πὼς ἡ ἐπίθεσή μας πέτυχε τοὺς Ἰταλοὺς στὴν ἀλλαγὴ τῶν μονάδων τους. Τὰ παλιὰ τμήματα εἶχαν τραβηχτεῖ πίσω καὶ τὰ καινούργια... κοιμοῦνταν! Τὸ τί ἔπαθαν δὲν περιγράφεται. Ἐκείνη ὁρμοῦσε πάντα μπροστά. Κι ὅταν πιὰ νικητὲς ροβολούσαμε πρὸς τὴν ἀνυπεράσπιστη Κορυτσά, τότε ἡ Ὑπέρμαχος ἔγινε ἀτμός, νέφος ἁπαλὸ καὶ χάθηκε».


Θαῦμα στὸ Μπούμπεση

Ζωντανὸ θαῦμα τῆς Παναγίας ἔζησαν στὸν ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο οἱ στρατιῶτες τοῦ 51ου ἀνεξαρτήτου τάγματος, μὲ διοικητὴ τὸν ταγματάρχη Πετράκη, στὴν κορυφογραμμὴ τοῦ Ροντένη, δεξιά της θρυλικῆς Κλεισούρας.

Κάθε βράδυ, ἀπὸ τὶς 22-1-1941 καὶ ἔπειτα, στὶς 9.20 ἀκριβῶς, τὸ βαρὺ ἰταλικὸ πυροβολικὸ ἄρχιζε βολὴ ἐναντίον τοῦ τάγματος Πετράκη καὶ τοῦ δρόμου, ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσαν τὰ μεταγωγικά. Πέρασαν ἡμέρες καὶ τὸ κακὸ συνεχιζόταν, δημιουργώντας ἐκνευρισμὸ καὶ ἀπώλειες. Τολμηροὶ ἀνιχνευτὲς τῶν ἐμπροσθοφυλακῶν καὶ ἀεροπόροι ἐξαπολύθηκαν μέχρι βαθιὰ στὶς ἰταλικὲς γραμμές, ἀλλὰ ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι. Δὲν μποροῦσαν νὰ ἐντοπίσουν τὰ ἰταλικὰ πυροβόλα, ἴσως γιατὶ οἱ Ἰταλοὶ κάθε βράδυ τὰ μετακινοῦσαν.

Ἦταν ὅμως ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ ἐντοπισθοῦν οἱ ἐχθρικὲς θέσεις. Ἕνα βράδυ τοῦ Φεβρουαρίου ἀκούστηκαν πάλι οἱ ὁμοβροντίες τῶν ἰταλικῶν κανονιῶν.

- Παναγία μου, φώναξε τότε ὁ ταγματάρχης ἐντελῶς αὐθόρμητα, βοήθησέ μας! Σῶσε μας ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς δαίμονες.

Ἀμέσως στὸ βάθος πρόβαλε ἕνα φωτεινὸ σύννεφο. Σιγὰ-σιγὰ σχημάτισε κάτι σὰν φωτοστέφανο. Καὶ κάτω ἀπ᾿ αὐτὸ μερικὰ ἀσημένια συννεφάκια σχημάτισαν τὴ μορφὴ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία ἄρχισε νὰ γέρνει πρὸς τὴ γῆ καὶ στάθηκε σ᾿ ἕνα φαράγγι, ἀνάμεσα σὲ δυὸ ὑψώματα τοῦ Μπούμπεση. Τὸ ὅραμα τὸ εἶδαν ὅλοι στὸ τάγμα καὶ ρίγησαν.

- Θαῦμα! βροντοφώναξε ὁ ταγματάρχης.

- Θαῦμα! Θαῦμα! ἐπανέλαβαν οἱ στρατιῶτες καὶ σταυροκοπήθηκαν.

Ἀμέσως ἔφυγε ἕνας σύνδεσμος μὲ σημείωμα τοῦ Πετράκη γιὰ τὴν πυροβολαρχία τοῦ Τζήμα. Σὲ δέκα λεπτὰ βρόντησαν τὰ ἑλληνικὰ κανόνια καὶ σὲ εἴκοσι ἐσίγησαν τὰ ἰταλικά. οἱ ὀβίδες μας εἶχαν πετύχει ἀπόλυτα τὸν στόχο.


Ὁ βλάσφημος ἀνθυπασπιστής

Ὁ Χρῆστος Βέργος, ἐπιστρατευμένος στὸν πόλεμο τῆς Κορέας, διηγεῖται:

Ἤμουν ἀνθυπασπιστὴς στὸ τάγμα τῆς Κορέας. Δὲν πίστευα πουθενά, παρὰ μόνο στὴ δύναμη τῶν βαρέων ὅπλων ποὺ κατεύθυνα. Ἐπὶ πλέον ἤμουν ἀδιόρθωτα βλάσφημος. Ὅλες οἱ βλασφημίες μου συγκεντρώνονταν στὴν Παναγία. Ὅσοι μὲ ἄκουγαν ἀνατριχίαζαν. Οἱ φαντάροι μου ἔκαναν τὸν σταυρό τους, γιὰ νὰ μὴν τοὺς βρεῖ κακό. Οἱ ἀνώτεροί μου διαρκῶς μὲ παρατηροῦσαν καὶ μὲ τιμωροῦσαν. Ὥσπου μία νύχτα ἔζησα ἕνα ὁλοφάνερο Θαῦμα.

Ξημέρωνε ἡ 7η Ἀπριλίου 1951. Μὲ τὴ διμοιρία μου εἶχα καταλάβει μία πλαγιὰ σὲ ὕψωμα κοντὰ στὸν 38ο παράλληλο. Μέχρι τὰ ξημερώματα ἔμεινα ἄγρυπνος στὸ ὄρυγμά μου μαζὶ μὲ τὸν στρατιώτη Σταῦρο Ἄδαμάκο. Ὅταν ρόδιζε ἡ αὐγή, ὅποτε δὲν ὑπῆρχε φόβος αἰφνιδιασμοῦ, ἀποκοιμήθηκα. Εἶδα τότε ἕνα ὄνειρο ποὺ μὲ συνετάραξε:

Μία γυναίκα στὰ μαῦρα ντυμένη, μὲ ἁγνὴ ὀμορφιὰ καὶ γλυκύτατη φωνή, μὲ πλησιάζει καὶ μὲ ρωτᾶ ἀκουμπώντας τὸ χέρι στὸν ὦμο μου:

- θέλεις νὰ βρίσκομαι κοντά σου Χρῆστο; Ἔνοιωσα τότε μία βαθειὰ ἀγαλλίαση.

- Καὶ ποιὰ εἶσαι σύ; τὴ ρώτησα.

Τότε ἐκείνη ἄλλαξε ἔκφραση καὶ μὲ παρατήρησε αὐστηρά:

- Γιατί, Χρῆστο, διαρκῶς μὲ βρίζεις;

- Πρώτη φορὰ σὲ βλέπω! διαμαρτυρήθηκα. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ βρίζω μία ἄγνωστή μου;

- Ναί, Χρῆστο, ἐπέμεινε ἐκείνη πιὸ αὐστηρά. Μὲ βρίζεις. Ἐγὼ ὅμως εἶμαι πάντα κοντὰ σὲ σένα καὶ σ᾿ ὅλους τοὺς στρατιῶτες τοῦ τάγματος. Γιατί δὲν πηγαίνετε στὸ Πουσάν, ν᾿ ἀνάψετε κεριὰ στ᾿ ἀδέλφια σας ποὺ ἔχουν ταφεῖ ἐκεῖ;

Μ᾿ αὐτὴ τὴ φράση ξύπνησα τρομαγμένος. Ὁ Σταῦρος δίπλα μου μὲ κοίταζε σαστισμένος.

- Κύριε Ἀνθυπασπιστά, κάτι ἔχεις, μοῦ εἶπε. Βογκοῦσες καὶ παραμιλοῦσες στὸν ὕπνο σου.

Τοῦ διηγήθηκα τὸ ὄνειρό μου καὶ καταλήξαμε πὼς ἦταν ἀποτέλεσμα κοπώσεως καὶ συζητήσεων γύρω ἀπὸ τοὺς νεκρούς του Πουσάν.

Ἐνῶ ὅμως λέγαμε αὐτά, ξαναβλέπω τὴ γυναίκα τοῦ ὀνείρου μου μπροστά μου.

-Ἀδαμάκο! βάζω μία φωνή. Ἡ γυναίκα... Αὐτή... Νά... τὴ βλέπεις;

Ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νὰ μὲ καθησυχάσει, ἀλλὰ ποὺ ἐγώ! Ἡ μαυροφορεμένη γυναίκα μὲ τὴν ἁγνὴ ὀμορφιὰ καὶ τὴ γλυκύτατη φωνὴ στάθηκε κοντά μου καὶ μοῦ εἶπε:

- Μὴ φοβᾶσαι... Μὴ φοβᾶσαι, παιδί μου. Εἶμαι ἡ Παναγία. Σᾶς προστατεύω ὅλους παντοῦ καὶ πάντοτε. Ἀλλὰ θέλω ἀπὸ σένα νὰ μὴ μὲ βρίσεις οὔτε στὶς δυσκολότερες στιγμὲς τῆς ζωῆς σου.

Πέφτω ἀμέσως ταραγμένος νὰ φιλήσω τὰ πόδια της. Ἐκείνη ὅμως εἶχε γίνει ἄφαντη. Ἔκλαψα τότε ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδίας μου ἕνα κλάμα ἀνακουφίσεως καὶ χαρᾶς, ἐγὼ ποὺ δὲν εἶχα κλάψει ποτὲ στὴ ζωή μου».


Τὸ ἀδέσποτο μουλάρι

Ὁ Ν. Ντραμουντιανὸς διηγεῖται μία θαυμαστὴ ἐμπειρία του ἀπὸ τὸν πόλεμο τοῦ 1940:

«Ὁ λόχος μας πῆρε διαταγὴ νὰ καταλάβει ἕνα προχωρημένο ὕψωμα νιὰ προγεφύρωμα. Στήσαμε ταμποῦρι μέσα στὰ βράχια. Μόλις τακτοποιηθήκαμε, ἄρχισε νὰ πέφτει πυκνὸ χιόνι. Ἔπεφτε ἀδιάκοπα δυὸ μερόνυχτα κι ἔφτασε σὲ πολλὰ μέρη τὰ δυὸ μέτρα. Ἀποκλειστήκαμε ἀπὸ τὴν ἐπιμελητεία. Καθένας εἶχε τροφὲς στὸ σακίδιό του γιὰ μία ἡμέρα. Ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὸ κρύο δὲν λάβαμε πρόνοια «διὰ τὴν αὔριον» καὶ τὶς καταβροχθίσαμε.

Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ἄρχισε τὸ μαρτύριο. Τὴ δίψα μας τὴ σβήναμε μὲ τὸ χιόνι, ἀλλὰ ἡ πεῖνα μας θέριζε. Περάσαμε ἔτσι πέντε μερόνυχτα. Σκελετωθήκαμε. Τὸ ἠθικό μας τὸ διατηρούσαμε ἀκμαῖο, ἀλλὰ ἡ φύση ἔχει καὶ τὰ ὅριά της. Μερικοὶ ὑπέκυψαν. Τὸ ἴδιο τέλος περιμέναμε ὅλοι «ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος».

Τότε μία ἔμπνευση τοῦ λοχαγοῦ μας ἔκανε τὸ θαῦμα! Ἔβγαλε ἀπ᾿ τὸν κόρφο του μία χάρτινη εἰκόνα τῆς Παναγίας, τὴν ἔστησε στὸ ψήλωμα καὶ μᾶς κάλεσε γύρω του:

- Παλικάρια μου! εἶπε. Στὴν κρίσιμη αὐτὴ περίσταση ἕνα θαῦμα μόνο μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει. Γονατίστε, παρακαλέστε τὴν Παναγία, τὴ μητέρα τοῦ Θεανθρώπου, νὰ μᾶς βοηθήσει!

Πέσαμε στὰ γόνατα, ὑψώσαμε τὰ χέρια, παρακαλέσαμε θερμά. Δὲν προλάβαμε νὰ σηκωθοῦμε κι ἀκούσαμε κουδούνια. Παραξενευτήκαμε καὶ πιάσαμε τὰ ὅπλα. Πήραμε θέση «ἐπὶ σκοπόν».

Δὲν πέρασε ἕνα λεπτὸ καὶ βλέπουμε ἕνα πελώριο μουλάρι νὰ πλησιάζει κατάφορτο. Ἀνασκιρτήσαμε! Ζῷο χωρὶς ὁδηγὸ νὰ περνᾷ τὸ βουνό, μ᾿ ἕνα μέτρο χιόνι - τὸ λιγότερο - ἦταν ἐντελῶς ἀφύσικο. Καταλάβαμε: Τὸ ὁδηγοῦσε ἡ Κυρία Θεοτόκος. Τὴν εὐχαριστήσαμε ὅλοι μαζὶ ψάλλοντας σιγανά, μὰ ὁλόκαρδα, τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ» καὶ ἄλλους ὕμνους της. Τὸ ζῷο εἶχε πάνω του μία ὁλόκληρη ἐπιμελητεία ἀπὸ τρόφιμα: κουραμάνες, τυριά, κονσέρβες, κονιὰκ καὶ ἄλλα.

Πολλὲς κι ἀπίστευτες κακουχίες πέρασα στὸν πόλεμο. Ἀλλ᾿ αὐτὴ μοῦ μένει ἀξέχαστη, γιατὶ δὲν εἶχε διέξοδο. Τὴν ἔδωσε ὅμως ἡ Παναγία».


Τὰ φίδια τῆς Κεφαλλονιᾶς

Στὴ νότια Κεφαλονιά, κοντὰ στὸ χωριὸ Μαρκόπουλο, συναντᾶμε τὴν ἐκκλησία τῆς Κοιμήσεως. Ἐκεῖ κάθε Δεκαπενταύγουστο συμβαίνει κάτι περίεργο καὶ θαυμαστό. Ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως ἐμφανίζονται μέσα κι ἔξω ἀπὸ τὸν ναὸ φίδια. Εἶναι τὰ λεγόμενα «φίδια τῆς Παναγίας».

Ὅσο περνοῦν οἱ μέρες πληθαίνουν κι αὐτά, καὶ τὴν παραμονὴ τῆς Κοιμήσεως αὐξάνονται ὑπερβολικά. Βλέπεις Μαρκοπουλιῶτες νὰ γυρίζουν στὴ ρεματιά, στὴν ὄχθη τῆς ὁποίας εἶναι χτισμένη ἡ ἐκκλησία, γιὰ νὰ μαζέψουν φίδια νὰ τὰ φέρουν στὴν Παναγία. Ἀπὸ ποὺ βγαίνουν, ἀλλὰ καὶ ποὺ κρύβονται μετὰ τὴν ἑορτή, κανεὶς δὲν γνωρίζει. Παραμένει ἕνα μυστήριο.

Τὴν ὥρα τοῦ ἑσπερινοῦ κυκλοφοροῦν ἐλεύθερα ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, στὰ προσκυνητάρια καὶ στὰ στασίδια, χωρὶς νὰ φοβοῦνται κανένα.

- Θ᾿ ἀνεβαίνουν στὸν κόρφο σας, λένε οἱ χωρικοὶ γιὰ νὰ προετοιμάσουν τοὺς ξένους, καὶ μὲ τὴ χάρη τσῆ Παναγίας δὲν θὰ σᾶς πειράζουνε. Θὰ τὰ βαστᾶτε στὸ χέρι σας καὶ θὰ σᾶς γλύφουνε σὰ γατσούλια.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τονίζει τὸ ἀκόλουθο τοπικὸ δίστιχο: «Τὰ φίδια ἀπ᾿ τὸ Μαρκόπουλο καλαίνω νὰ μὲ φᾶνε, μὰ κεῖνα εἶναι τσὴ Παναγιᾶς καὶ μὲ χαϊδολογᾶνε».

Πραγματικά, βλέπει κανεὶς ἀπίστευτα πράγματα: Ἄλλα φίδια τυλιγμένα σὰν βραχιόλια στὰ μπράτσα τῶν πιστῶν. Ἄλλα ἀνεβασμένα στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἢ στὸν Ἐσταυρωμένο, καὶ ἄλλα στοὺς ἄρτους τῆς ἀρτοκλασίας. Μπορεῖ ἐπίσης ἕνα φίδι ν᾿ ἀνεβεῖ στὸ εὐαγγέλιο, ποὺ διαβάζει ὁ παπὰς τὴν ὥρα τῆς θ. λειτουργίας. Πανηγυρίζουν κι αὐτὰ σὰν ἐκπρόσωποι τοῦ ζωικοῦ βασιλείου μαζὶ μὲ τοὺς χριστιανούς. Καὶ δίνουν στὴν ἑορτὴ ἕνα τόνο ἐδεμικό, ἀφοῦ στὴν Ἐδὲμ οἱ πρωτόπλαστοι ζοῦσαν ἀδελφωμένοι μὲ τὰ ζῶα.

Φεύγοντας ἡ 15η Αὐγούστου, ἀναχωροῦν καὶ τὰ φίδια. Γερμανοὶ φυσιοδίφες τὰ ἐξέτασαν, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὰ κατατάξουν σὲ κανένα ἀπὸ τὰ γνωστὰ εἴδη. Εἶναι γκρίζα, λεπτά, καὶ δὲν περνοῦν τὸ μέτρο. Ὅταν τὰ χαϊδεύεις, νοιώθεις τὸ δέρμα τοὺς βελούδινο καὶ βλέπεις δυὸ ματάκια σπινθηροβόλα. Στὸ πλατύ τους κεφάλι σχηματίζεται ἕνας μικρὸς σταυρός, καθὼς ἐπίσης καὶ στὴν ἄκρη τῆς λεπτῆς γλώσσας τους.

Ἂν κάποια χρονιὰ τὰ φίδια δὲν παρουσιασθοῦν, εἶναι κακὸ σημάδι. Αὐτὸ συνέβη τὸ 1940, καθὼς καὶ τὸ 1953, ὅποτε δοκιμάσθηκε τὸ νησὶ ἀπὸ τοὺς σεισμούς.


Ἕνα θαῦμα στὸ μικροσκόπιο

Ἕνα πρωτοφανὲς θαῦμα τῆς Θεοτόκου ἀναστάτωσε τὸν θρησκευτικὸ κόσμο στὴ Γαλλία: Ὁ Μπασὰμ Ἀσσὰφ εἶναι ὑπηρέτης ἑνὸς ὀρθοδόξου σύρου στὸ Παρίσι, τοῦ Μιχαὴλ Μερέζ.

Στὶς 12 Αὐγούστου 1988 ὁ Μερὲζ ἀπουσίαζε καὶ τηλεφώνησε στὸν Ἀσσὰφ νὰ κάνει τὶς ἀπαραίτητες προετοιμασίες γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως. Ὁ πλούσιος ἐπιχειρηματίας ἔχει μέσα στὸ σπίτι του ἕνα μικρὸ ἐκκλησάκι. Μέσα σ᾿ αὐτὸ ὁ πιστὸς ὑπηρέτης ἔκαψε θυμίαμα, ἄναψε ἀκοίμητη κανδήλα καὶ πρόσφερε ἄνθη στὴ Θεοτόκο, τῆς ὁποίας ὑπάρχουν ἐκεῖ πολλὲς εἰκόνες.

Ὕστερα προσευχήθηκε στὴν Παναγία γιὰ τὴν οἰκογένειά του ποὺ μένει στὴ Συρία, καὶ γιὰ τὸν κύριό του ποὺ τὸν ἀγαπᾶ σὰν πατέρα.

Τὴν ὥρα ἐκείνη ἀκριβῶς ἐμφανίζεται στὸν ὑπηρέτη ἡ Θεοτόκος καὶ τοῦ λέει:

- Σὲ προστατεύω. Εἶμαι μαζί σου. Πάρε αὐτὸ τὸ δῶρο!

Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Ἀσσὰφ ἔνοιωσε νὰ γεμίζουν τὰ χέρια του μ᾿ ἕνα ὑγρό, ποὺ εἶχε τὴ σύσταση καὶ τὴν ὀσμὴ πολὺ καθαροῦ ἐλαιόλαδου.

Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ Μερὲζ στὸ Παρίσι, πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, ἀλλὰ προτίμησε νὰ τὸ κρατήσει μυστικό. Τὸ θαῦμα ὅμως ἐπαναλήφθηκε, καὶ τὸ θαυματουργὸ ἔλαιο ἔκανε διάφορες θεραπεῖες σὲ σύρους καὶ λιβανέζους. Τότε ὁ Μερὲζ ἔδωσε συνέντευξη τύπου, παρουσία τοῦ Μητροπολίτου Γαλλίας Ἱερεμία καὶ τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ πατριαρχείου Ἀντιοχείας στὴ Γαλλία ἐπισκόπου Γαβριήλ.

Τὸ θαυμαστὸ σημεῖο δὲν παύει νὰ ἐπαναλαμβάνεται. Κι ὄχι μόνο στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Μερέζ, ἀλλὰ καὶ ἄλλου, ὅταν ὁ Ἀσσὰφ προσεύχεται ἢ συμμετέχει στὴ θεία λειτουργία ἢ ἁπλῶς μνημονεύει τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τῆς Παναγίας. Στὶς 17 Σεπτεμβρίου 1988, τὴν ὥρα τῆς θείας λειτουργίας στὸν ἑλληνικὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Στεφάνου τῆς ὁδοῦ Ζὼρζ Μπιζέ, τὸ ἔλαιο ἀνάβλυζε ἐπὶ μία ὥρα καὶ τὸ διαπίστωσαν ὅλοι οἱ πιστοί.

Ὁ Ἄσσαφ εἶναι τριάντα χρονῶν, πολὺ ἁπλὸς καὶ μὲ καθαρὴ καρδιά. Παραμένει σὲ μεγάλη ταπείνωση καὶ ἁπλότητα, καὶ λέει πὼς κάθε φορὰ ποὺ συμβαίνει τὸ θαῦμα γεμίζει ἀπὸ ἀνείπωτη χαρά. Πιστεύει μάλιστα ὅτι ἡ εὐλογία αὐτὴ τοῦ Θεοῦ ἀνήκει σὲ ὅλους. Στὴ συνέχεια ἀνέλαβε ἡ ἐπιστήμη νὰ ἐρευνήσει τὴν ἀλήθεια τοῦ θαύματος. Ὁρίστηκε μία ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας τὰ μέλη παρακολούθησαν τὸ φαινόμενο τρεῖς φορές, κατὰ τὶς ὁποῖες συγκέντρωναν τὸ ἐκκρινόμενο ἔλαιο καὶ τὸ ὑπέβαλλαν σὲ βιοχημικὲς ἀναλύσεις.

Οἱ ἐξετάσεις αὐτὲς ἔγιναν στὸ Ἐργαστήριο Βιοχημείας τῶν Λιπιδίων τοῦ Νοσοκομείου Πιτιέ-Σαλπετριὲρ στὸ Παρίσι, ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Ζ. Λ. ντὲ Ζέν. Τὰ πορίσματα τῆς ἐπιτροπῆς παρουσίασε στὴ δημοσιότητα ὁ μητροπολίτης Ἱερεμίας. Σύμφωνα μὲ αὐτά, τὸ ὑγρὸ παρουσιάζει τὴ χαρακτηριστικὴ σύσταση ἑνὸς φυτικοῦ ἐλαίου. Περιέχει στοιχεῖα λιπιδικά, ἰδιαιτέρως φυτοστερόλες, οἱ ὁποῖες δὲν ὑπάρχουν στὸ αἷμα. Ἐπιπλέον εἶναι ἀδύνατον νὰ συντεθοῦν ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμό. Τὸ ὑγρὸ ἐπίσης περιέχει χοληστερίνη, ἕνα συστατικὸ ζωικῆς προελεύσεως, τὸ ὁποῖο οὐδέποτε συναντᾶται σὲ ὁποιοδήποτε ἐλαιόλαδο. Ὑπογραμμίζοντας τὸ τελευταῖο αὐτὸ σημεῖο, ἡ ἐπιτροπὴ συμπεραίνει ὅτι ὑπ᾿ αὐτὲς τὶς συνθῆκες «τὸ ὑγρὸ δὲν μπορεῖ νὰ προέρχεται ἀπὸ κάποια ἐξωτερικὴ παροχὴ ἐλαιολάδου». Βεβαιώνει ἐπίσης τὴν ἀναμφισβήτητη βελτίωση τῆς ὑγείας δυὸ ἀτόμων ποὺ χρίσθηκαν μὲ τὸ ἐκκρινόμενο ἔλαιο ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Μπασὰμ Ἀσσάφ.

Καὶ ἡ ἀναφορὰ τῆς ἐπιτροπῆς καταλήγει ὡς ἑξῆς: «Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν ἐπιδέχεται καμιὰ φυσικὴ ἢ λογικὴ ἐξήγηση. Ἐντάσσεται μᾶλλον στὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων τῆς Παναγίας μας, ποὺ γνώρισε ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας».

(ἔκδοση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου)